
Σχεδόν δύο αιώνες ιστορίας συμπυκνώνονται σε λίγα τετραγωνικά μέτρα στην Ερμού της Μυτιλήνης. Η διαδρομή του βιβλιοπωλείου «Χατζηδανιήλ», που το 2027 συμπληρώνει 200 χρόνια ζωής, είναι μεταξύ άλλων, μια ιστορία γυναικείας αντοχής, συνέχειας και πνευματικής παρουσίας.
Η Κλειώ Χατζηδανιήλ, διδακτόρισσα ιστορίας των θεσμών και σημερινή ιδιοκτήτρια της επιχείρησης, ανέδειξε αυτή τη διαδρομή ως ζωντανό κομμάτι της πόλης. Η απαρχή της οικογενειακής δραστηριότητας ξεκίνησε ως εμπόριο χαρτιού, με ρίζες που φτάνουν στη Λειψία του τέλους του 18ου αιώνα, όπου μέλη της οικογένειας εργάστηκαν σε τυπογραφεία και στο εμπόριο χαρτιού πριν επιστρέψουν στη Λέσβο. Σταδιακά, μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, η επιχείρηση στράφηκε και στο βιβλίο, σε μια περίοδο ενίσχυσης της ελληνόγλωσσης παιδείας και της εθνικής συνείδησης.
Πίσω από τις εμπορικές κινήσεις και τις μετακινήσεις των ανδρών, υπήρχαν γυναίκες που κρατούσαν τα σπίτια, διαχειρίζονταν οικονομίες και διασφάλιζαν τη συνοχή της οικογένειας. Αν οι άνδρες κινούνταν στον δημόσιο χώρο του εμπορίου, οι γυναίκες διατηρούσαν τον αθέατο ιστό που επέτρεπε στην επιχείρηση να επιβιώνει.
Η πιο χαρακτηριστική στιγμή αυτής της γυναικείας παρουσίας έρχεται το 1912. Ο προπάππος Ιωάννης, ο οποίος εκτός από έμπορος ήταν επίσης φωτογράφος και βιβλιοδέτης, πεθαίνει λίγες ημέρες μετά την απελευθέρωση της Μυτιλήνης. Δύο μέρες αργότερα, η σύζυγός του – μια γυναίκα που μέχρι τότε δεν είχε εμφανή ρόλο στον δημόσιο χώρο – κατεβαίνει στο μαγαζί με καπέλο και πλερέζα. Αναλαμβάνει τα λογιστικά, οργανώνει τις πληρωμές και τις εισπράξεις, ενώ τα παιδιά εξυπηρετούν τους πελάτες. Σε μια εποχή που οι γυναίκες σπάνια εμφανίζονταν στην αγορά ως επιχειρηματικά υποκείμενα, εκείνη αναλαμβάνει ευθύνη μέσα στο πένθος, διασφαλίζοντας τη συνέχεια.
Η επιχείρηση θα περάσει δύσκολες περιόδους. Κατά τη γερμανική κατοχή επιτάσσεται, τα βιβλία χάνονται ή καταστρέφονται και η οικογένεια αναγκάζεται να κάψει μέρος τους για να ζεσταθεί. Η επανεκκίνηση γίνεται «από το μηδέν», στηριγμένη στο καλό όνομα και στις παλιές συνεργασίες. Η επιβίωση, ωστόσο, δεν ήταν μόνο ζήτημα εμπορίου· ήταν καθημερινή οργάνωση, φροντίδα και διαχείριση της έλλειψης, πεδία στα οποία οι γυναίκες είχαν καθοριστικό ρόλο.
Η ίδια η Κλειώ Χατζηδανιήλ θυμάται την αγορά του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 ως τόπο ζωής και συνάντησης. Την περίοδο των εορτών, τα μαγαζιά δεν έκλειναν το μεσημέρι, οι οικογένειες έτρωγαν μέσα στα καταστήματα, τα παιδιά έπαιζαν στους διαδρόμους της Ερμού. Η αγορά λειτουργούσε ως κοινωνικός χώρος, όχι μόνο ως χώρος κατανάλωσης. Σήμερα, επισημαίνει ότι αυτό το νόημα έχει ατονήσει, υπό την πίεση του διαδικτύου, των αλυσίδων και της πληθυσμιακής συρρίκνωσης του νησιού. Η αναζωογόνηση της αγοράς, κατά την άποψή της, περνά από την επαναφορά της ανθρώπινης κλίμακας και της κοινωνικής συνεύρεσης.
Στην εποχή της οθόνης, υπερασπίζεται το βιβλίο ως χώρο σκέψης και επεξεργασίας. Αναγνωρίζει ότι τα κοινωνικά δίκτυα, ακόμη και το TikTok, μπορούν να λειτουργήσουν επιφανειακά, αλλά ταυτόχρονα φέρνουν νέα παιδιά στο βιβλιοπωλείο. Εκεί, η επιλογή μετατρέπεται σε διάλογο: οι νεότεροι αναγνώστες ζητούν γνώμη, προτάσεις, καθοδήγηση. Η σχέση βιβλιοπώλισσας και αναγνώστριας αποκτά παιδευτικό χαρακτήρα.
Παρατηρεί επίσης αυξημένο ενδιαφέρον για ιστορικά και πολιτικά βιβλία σε περιόδους κρίσης, γεγονός που συνδέει με την ανάγκη κατανόησης και επαναπροσδιορισμού. Ως ερευνήτρια με ενδιαφέρον για την κοινωνική ιστορία και τα ζητήματα φύλου, τοποθετείται σε ένα πεδίο όπου η γνώση λειτουργεί ως εργαλείο κριτικής σκέψης.