
Σε κρίσιμα κενά και σοβαρές στρεβλώσεις της νέας Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) για τις αποζημιώσεις στον κλάδο της τυροκομίας στάθηκε ο γραμματέας του Συλλόγου Τυροπαραγωγών Λέσβου, Αντώνης Καλδέλλης, περιγράφοντας ένα πλαίσιο που –όπως υποστηρίζει– αποκλίνει από τον αρχικό σχεδιασμό και δημιουργεί πρακτικά αδιέξοδα στην εφαρμογή του.
Από τη στήριξη της λειτουργίας… σε ασάφειες της ΚΥΑ
Ο κ. Καλδέλλης υπενθύμισε ότι το αρχικό πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί σε πρώτη φάση με την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης είχε σαφή στόχευση: να στηριχθούν τα τυροκομεία ώστε να παραμείνουν σε λειτουργία, αποκλειστικά για τη διαχείριση του γάλακτος.
«Τα τυροκομεία έπρεπε να λειτουργούν για να τυροκομείται το γάλα, γιατί δεν υπήρχε εναλλακτικό σχέδιο για το πού θα κατευθυνθεί αν σταματούσαν», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η σχετική πράξη νομοθετικού περιεχομένου και η ΚΥΑ που ακολούθησε είχαν ως βάση αυτή τη λογική.
Ωστόσο, στη νέα απόφαση –όπως τόνισε– εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά η πρόβλεψη για αποζημίωση «κατεστραμμένου γάλακτος», μια διατύπωση που, κατά τον ίδιο, βρίσκεται «πέρα και έξω από ό,τι είχε συμφωνηθεί». Και αυτό γιατί, στο διάστημα που καλύπτει η ΚΥΑ (15 Μαρτίου έως 5 Απριλίου), το γάλα δεν καταστρεφόταν αλλά οδηγούνταν σε τυροκόμηση.
Το «αδιέξοδο» του de minimis
Καθοριστικής σημασίας, σύμφωνα με τον ίδιο, παραμένει και η υπαγωγή των αποζημιώσεων στο καθεστώς ενισχύσεων de minimis, το οποίο θέτει ανώτατο όριο 300.000 ευρώ ανά επιχείρηση σε ορίζοντα τριετίας.
Όπως σημείωσε, τα περισσότερα τυροκομεία της Λέσβου έχουν ήδη εξαντλήσει αυτό το όριο, λόγω προηγούμενων ενισχύσεων και επενδυτικών προγραμμάτων. «Αν παραμείνει το de minimis, η αποζημίωση είναι άνευ ουσίας», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι στην πράξη δεν θα μπορέσουν να απορροφηθούν τα κονδύλια.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που έδωσε: τυροκομείο που προμηθεύτηκε γάλα αξίας άνω του 1,2 εκατ. ευρώ στο επίμαχο διάστημα, θα λάβει μόλις περίπου 50.000 ευρώ, ποσό που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό μέγεθος της ζημίας.
Πώς «καταστρέφεται» το γάλα – και γιατί δεν καταγράφεται
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο πρακτικό ζήτημα της διαχείρισης του γάλακτος που δεν οδηγείται σε τυροκόμηση. Όπως εξήγησε, με βάση τις οδηγίες των αρμόδιων υπηρεσιών, η μοναδική εγκεκριμένη μέθοδος καταστροφής είναι η διάθεσή του στην κοπροσωρό.
«Ο κτηνοτρόφος ανακατεύει το γάλα με την κοπριά. Αυτός είναι ο μόνος επίσημος τρόπος», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι άλλες μέθοδοι –όπως η υγειονομική ταφή– δεν είναι συμβατές με τη φύση του προϊόντος, καθώς το γάλα δεν θεωρείται απόβλητο.
Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι με αυτή τη διαδικασία δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη καταγραφή των ποσοτήτων. Όπως τόνισε, η μόνη ασφαλής μέθοδος καταγραφής είναι η διέλευση του γάλακτος από τυροκομείο ή παραληπτήριο, όπου εκδίδονται τα σχετικά παραστατικά.
Εκτός συστήματος οι παραγωγοί χωρίς παραληπτήρια
Ο κ. Καλδέλλης επισήμανε επίσης ότι υπάρχουν παραγωγοί που δεν μπορούν καν να ενταχθούν στο σύστημα αποζημιώσεων, καθώς δεν διαθέτουν πρόσβαση σε λειτουργικά παραληπτήρια.
Σε περιοχές όπου αυτά έχουν σταματήσει να λειτουργούν, οι κτηνοτρόφοι δεν έχουν τρόπο να αποδείξουν την παραγωγή τους, με αποτέλεσμα να μένουν εκτός κάθε διαδικασίας αποζημίωσης.
«Χωρίς λειτουργία, δεν υπάρχει λύση»
Καταλήγοντας, επανέλαβε ότι από την πρώτη στιγμή ο κλάδος ζητούσε έναν σχεδιασμό που να διατηρεί τα τυροκομεία σε λειτουργία, ακριβώς για να διασφαλιστεί τόσο η διαχείριση όσο και η καταγραφή του γάλακτος.
«Όσο δεν περνά το γάλα από οργανωμένη διαδικασία, δεν μπορεί να καταγραφεί αξιόπιστα», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: χωρίς καταγραφή δεν υπάρχει αποζημίωση και χωρίς αποζημίωση ο κλάδος οδηγείται σε περαιτέρω ασφυξία.
Η παρέμβασή του έρχεται σε μια στιγμή που η αγορά αναμένει διορθωτικές κινήσεις, με το ζητούμενο πλέον να είναι αν και πότε θα υπάρξει προσαρμογή της ΚΥΑ ώστε να ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες του νησιού.