
Η κυβερνητική διαχείριση του αφθώδους πυρετού άνοιξε τον δρόμο για μικρές και μεγάλες απάτες. Άλλοι προσπαθούν να πάρουν μια λίγο μεγαλύτερη αποζημίωση για τα ζώα τους που θανατώθηκαν και άλλοι επιχειρούν να τσεπώσουν ζεστό χρήμα, αξιοποιώντας είτε τις γνωριμίες τους είτε τη θέση τους.
Τιποτα από όλα τα παραπάνω δεν θα είχε συμβεί αν η κυβέρνηση είχε θεσμοθετήσει ένα πλαίσιο λειτουργίας για τον έλεγχο και τη θανάτωση των κοπαδιών, το οποίο θα ήταν διαφανές και ταυτόχρονα θα διέθετε τις αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας. Ή, για να το πούμε πιο καθαρά, αν δεν άφηνε στη διακριτική ευχέρεια ορισμένων ατόμων τη δυνατότητα να στήνουν μικρές και μεγάλες κομπίνες.
Προφανώς, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Μυτιλήνης έχει πολλή δουλειά να κάνει για να διαπιστώσει τι ακριβώς συμβαίνει από τις 15 Μαρτίου και μετά με τις θανατώσεις των ζώων, σε ό,τι αφορά τη ρύπανση του περιβάλλοντος, την καταπάτηση κάθε έννοιας νομιμότητας από ανθρώπους των οποίων η δουλειά είναι να τηρούν τον νόμο, καθώς και τις κάθε λογής μικρές και μεγάλες αρπαχτές.
Ωστόσο, η κατασταλτική παρέμβαση ενός κρατικού μηχανισμού, δηλαδή της δικαστικής εξουσίας, δεν μπορεί να λύσει ένα πρόβλημα που δημιουργείται από το πολιτικό, νομικό και διοικητικό πλαίσιο, το οποίο διαμορφώνει τις συνθήκες λειτουργίας μιας δραστηριότητας.
Κοντολογίς, όταν η κυβέρνηση διαπιστώνει ότι γίνονται απάτες, αλλάζει το κανονιστικό πλαίσιο για να τις σταματήσει. Κι αν βλέπει ότι δεν σταματούν, αλλάζει και τα πρόσωπα που παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο να παίρνει μία επιχείρηση το 90% του έργου της σφαγής των ζώων και οι υπόλοιπες να μοιράζονται το 10%, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα.
Κι επειδή ούτε τα παραπάνω λύνουν το πρόβλημα, η κυβέρνηση όφειλε να φροντίσει ώστε οι κτηνοτρόφοι να αποζημιώνονται για τα κοπάδια που θανατώνονται με βάση την πραγματική αξία των παραγωγικών ζώων και όχι με φιλοδωρήματα. Οι δε αποζημιώσεις έπρεπε να είχαν δοθεί στην ώρα τους. Επιπρόσθετα, έπρεπε να είχαν χορηγηθεί ενισχύσεις για το αυξημένο κόστος των ζωοτροφών και την απώλεια εισοδήματος.
Όσο για τους επιτηδείους που αξιοποιούν τη θέση τους για να αποκομίσουν παράνομα κέρδη, έπρεπε να είχαν πάει στα σπίτια τους εδώ και πολύ καιρό. Το γεγονός ότι οι πολιτικοί και διοικητικοί προϊστάμενοι τους ανέχονται –για όποιους λόγους κι αν συμβαίνει αυτό– τους καθιστά συνενόχους στο απεχθές έγκλημα του εκμαυλισμού των συνειδήσεων οικονομικά κατεστραμμένων ανθρώπων.
Στα καφενεία των χωριών της Λέσβου, στις παρέες, στους δρόμους και στα κοινωνικά δίκτυα κυκλοφορούν δεκάδες καταγγελίες για κάθε λογής απάτες και παράνομες συνδιαλλαγές με στόχο τις αποζημιώσεις.
Κάποιοι μιλούν για «λευκά» μητρώα αιγοπροβάτων και βοοειδών. Άλλοι καταγγέλλουν πως υπάρχουν μοσχάρια που θανατώθηκαν και θάφτηκαν σε λάκκους πριν από εβδομάδες ή μήνες. Αλλά ω του θαύματος, «αναστήθηκαν» και τώρα ετοιμάζονται να οδηγηθούν σε σφαγείο, ώστε το κρέας τους να διατεθεί στην τοπική αγορά, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για βόειο κρέας στο νησί είναι μεγάλη. Μάλιστα, φημολογείται πως η σφαγή των ζώων θα γίνει σε «κόκκινη» περιοχή του νησιού, όπου απαγορεύεται η λειτουργία των σφαγείων.
Σε άλλη περίπτωση, μαθαίνουμε πως περίπου διακόσια πρόβατα μετακινούνταν τις βραδινές ώρες από τη μία στάνη στην άλλη, σε χωριό της ανατολικής Λέσβου.
Δημοσιεύουμε όλες τις παραπάνω πληροφορίες με επιφύλαξη, καθώς είναι εύλογα κατανοητό πως δεν μπορούμε να τις επιβεβαιώσουμε με συγκεκριμένα στοιχεία και ντοκουμέντα. Ωστόσο, στο πλαίσιο του δημοσιογραφικού ρεπορτάζ, έχουμε συλλέξει επιμελώς τις παραπάνω πληροφορίες από πολλές διαφορετικές πηγές.
Εκείνο που μας σοκάρει είναι ότι οι συζητήσεις για αυτού του τύπου τις απάτες γίνονται δημόσια, στοιχείο που, κατά την εκτίμησή μας, δείχνει πως πρόκειται για ένα ενδημικό φαινόμενο.