
Ο αφθώδης πυρετός ήταν δίπλα στην Λέσβο από το 2017 κι όλοι έκαναν ότι δεν τον έβλεπαν. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που βγάζει όποιο μελετήσει την Έκθεση επιδημιολογικής επιτήρησης της νόσου που συνέταξε η Δρ. Αικατερίνη Παπαποστόλου από το Κτηνιατρικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.
Η έκθεση φέρει ημερομηνία 1η Αυγούστου 2026 και καλύπτει την περίοδο από τις 15 Μαρτίου έως τις 22 Ιουλίου. Στις 37 σελίδες της παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των ελέγχων, η γεωγραφική εξάπλωση της νόσου, τα επίπεδα επιτήρησης και οι αδυναμίες του μηχανισμού προστασίας.
Η παραπάνω διαπίστωση αυτή μαρτυρά μια απίστευτη προχειρότητα – ελαφρότητα στην διαχείριση του ζωϊκού κεφαλαίου στη χώρα. Ιδιαίτερα αν την συνδυάσουμε με τις διαπιστώσεις που έχουν κάνει άλλοι επιστήμονες και αναφέρουν πως η νόσος ενδημεί σε όλη την ανατολική Μεσόγειο (βλέπε ρεπορτάζ: Πέντε πανεπιστημιακοί καθηγητές ζητούν αλλαγή στρατηγικής για τον αφθώδη)
Οι ημερομηνίες που είχαν αποσταλεί τα σχετικά έγγραφα για τον κίνδυνο αφθώδους πυρετού ήταν 20 Φεβρουαρίου και 31 Μαΐου 2017, 19 Ιανουαρίου 2018, 15 Οκτωβρίου και 11 Νοεμβρίου 2020. Νέες ενημερώσεις ακολούθησαν στις 19 Φεβρουαρίου, 23 Μαρτίου, 22 Απριλίου και 5 Ιουλίου 2021, την 1η Μαρτίου 2023 και στις 12 Ιουνίου 2024. Η σειρά των προειδοποιήσεων συνεχίστηκε στις 23 Μαΐου, 11 Αυγούστου και 23 Δεκεμβρίου 2025.
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι ημερομηνίες αυτές αφορούν τα έγγραφα ενημέρωσης που απαριθμεί η έκθεση και όχι κατ’ ανάγκη την ακριβή ημέρα επιβεβαίωσης κάθε τουρκικής εστίας. Στους χάρτες που συνοδεύουν το κείμενο καταγράφονται εστίες στις περιοχές της Σμύρνης, της Μούγλας και της Αδριανούπολης, ενώ αποτυπώνεται και ζώνη ακτίνας 50 χιλιομέτρων γύρω από εστία στα τουρκικά παράλια.
Η ευθύνη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης που έχει τους πόρους και την δυνατότητα νομοθέτησης και τις δυνατότητες κινητοποίησης του κρατικού μηχανισμού είναι πολύ μεγάλη. Γιατί όλα αυτά τα χρόνια δεν έκανε τίποτα για να οργανώσει τις τοπικές κτηνιατρικές υπηρεσίες και να διαμορφώσει ένα σύστημα προστασίας της υγείας των ζώων στα νησιά που να προστατεύει από τα εξωτικά νοσήματα.
Από την άλλη το ότι η κεντρική ευθύνη ανήκει στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης δεν μηδενίζει τις ευθύνες των τοπικών αρχών που δεν έδωσαν την πρέπουσα σημασία σε μια παραγωγική δραστηριότητα από την οποία προέρχεται περίπου το 20% του ΑΕΠ της Λέσβου.
Η πρώτη εστία στην Πελόπη
Η πρώτη εστία στη Λέσβο επιβεβαιώθηκε στις 16 Μαρτίου 2026, σε εκμετάλλευση βοοειδών και αιγοπροβάτων στην Πελόπη. Στην αρχική ζώνη προστασίας, ακτίνας τριών χιλιομέτρων, ελέγχθηκαν 55 εκτροφές αιγοπροβάτων και θετικές βρέθηκαν οι 21. Αντίστοιχα, από τις εννέα εκτροφές βοοειδών που εξετάστηκαν, θετικές ήταν οι τέσσερις.
Καθώς η νόσος εξαπλωνόταν, η ζώνη προστασίας διευρύνθηκε και συμπεριέλαβε δεκάδες κοινότητες σε μεγάλο μέρος του νησιού. Συνολικά εξετάστηκαν 1.652 εκτροφές αιγοπροβάτων, από τις οποίες οι 182 βρέθηκαν θετικές. Στα βοοειδή εξετάστηκαν 56 εκτροφές και θετικές ήταν οι 14.
Ο επιπολασμός του αφθώδους πυρετού υπολογίστηκε σε 11,02% στις εκτροφές αιγοπροβάτων και σε 25% στις εκτροφές βοοειδών.
Ο όρος «επιπολασμός» δείχνει το ποσοστό των εκτροφών στις οποίες εντοπίστηκε η νόσος επί του συνόλου των εκτροφών που εξετάστηκαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Έτσι, επιπολασμός 11,02% σημαίνει ότι περίπου έντεκα στις 100 ελεγχθείσες εκτροφές αιγοπροβάτων είχαν τουλάχιστον ένα θετικό εργαστηριακό αποτέλεσμα.
Δεν σημαίνει ότι νόσησε το 11,02% του συνολικού ζωικού κεφαλαίου ούτε ότι ήταν θετικό το ίδιο ποσοστό όλων των μονάδων της Λέσβου. Ο υπολογισμός αφορά τις εκτροφές που υποβλήθηκαν σε έλεγχο και όχι το σύνολο των ζώων.
Περιορισμένη κάλυψη της επιτήρησης
Η εικόνα των ελέγχων παρουσιάζει σημαντικά κενά. Στη ζώνη προστασίας εξετάστηκε το 68,01% των εκτροφών αιγοπροβάτων, αλλά μόλις το 30,93% των εκτροφών βοοειδών.
Στη ζώνη επιτήρησης των δέκα χιλιομέτρων ελέγχθηκε το 53,37% των αιγοπροβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων και μόνο το 3,5% των βοοτροφικών. Στην περαιτέρω απαγορευμένη ζώνη η κάλυψη περιορίστηκε στο 34,1% για τα αιγοπρόβατα, ενώ δεν ελέγχθηκε καμία εκτροφή βοοειδών. Όσες μονάδες εξετάστηκαν στις δύο αυτές ζώνες βρέθηκαν αρνητικές.
Αίτημα για μόνιμη προστασία
Η έκθεση καταλήγει ότι είναι επιτακτική ανάγκη η εφαρμογή μόνιμων μέτρων βιοασφάλειας σε όλες τις πύλες εισόδου των νησιών που γειτνιάζουν με την Τουρκία, καθώς και στον Έβρο. Παράλληλα, τονίζει τη σημασία της διαρκούς παρακολούθησης των κοπαδιών και της άμεσης αναφοράς ύποπτων συμπτωμάτων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους σταθμούς απολύμανσης. Έως τις 12 Ιουνίου λειτουργούσαν 17 σταθμοί με 34 αστυνομικούς σε δύο βάρδιες. Από τις 13 Ιουνίου οι σταθμοί μειώθηκαν σε εννέα και το προσωπικό σε 18 αστυνομικούς. Η έκθεση αναφέρει ότι η Περιφέρεια αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει περισσότερα σημεία και η Αστυνομία να διαθέσει επιπλέον ένστολους, με αποτέλεσμα να καταργηθούν οκτώ σταθμοί.
Τέλος, επισημαίνεται ότι η υποστελέχωση και η συρρίκνωση των Αγροτικών Κτηνιατρείων δημιούργησαν υπηρεσίες με τεράστιο γεωγραφικό πεδίο ευθύνης, αποδυναμώνοντας τον συστηματικό υγειονομικό έλεγχο των εκτροφών.