
Το επόμενο περιηγητικό κείμενο ανήκει στον Βρετανό κλασικό φιλόλογο, ομηριστή και ελληνολάτρη William Henry Denham Rouse (1863 ‒ 1950) που επισκέφθηκε τη Λέσβο το 1896 και κατέγραψε τις εντυπώσεις του για το φυσικό τοπίο, τα ίχνη του παρελθόντος της, τη ζωή των σύγχρονών του ανθρώπων του νησιού· αποτύπωσε ενδιαφέρουσες στιγμές από τη θρησκευτική παράδοση του Ταξιάρχη στον Μανταμάδο και ιδίως από το θερινό πανηγύρι της Παναγίας στην Αγιάσο. Το κείμενο ‒τη μετάφρασή του στην ελληνική έχει εκπονήσει ο Αργύρης Εφταλιώτης‒ αποτελεί ζωντανή μαρτυρία με αξία ιστορική, λαογραφική, θρησκευτική, κοινωνιολογική. Β.Α.Γ.
«Το νησί της Μυτιλήνης»
Ο φίλος μου ο καθηγητής ο Ράουζ συνηθίζει κάθε χρόνο και κάμνει κάτι που είμαι περίεργος να μάθω πόσοι δικοί μας κάμανε, ας είναι και μια φορά στη ζωή τους. Άμʼ αρχίσουν οι καλοκαιρινές του διακοπές, ξεκινάει από το Rugby της Αγγλίας και τραβάει κατά τα νησιά μας, όχι μονάχα με τα μάτια του ανοιχτά μα και τʼ αφτιά του. Ένα μικρό θησαυρό μάζεψε και μας έφερε πέρσι δημοτικά τραγούδια και παραμυθάκια από την Κω. Κάθε φορά που γυρίζει, έχει κάτι να πει, κάτι να γράψει. Έμαθε τη γλώσσα μας νερό και τόσο καλά την κατέχει, που δημοσίεψε μερικές κρίσεις τον περασμένο χειμώνα για τη φιλολογία μας, που αξίζει να τις ακούσουμε κι ίσως να μεταφραστούν καμιά φορά κι αυτές. Σήμερα μαζεύω μερικά απʼ όσα έγραψε για την πατρίδα μου τη Μυτιλήνη στα 1896.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ
Το νησί μοιάζει με ψαλιδωτό ποδάρι καβούρου, που το καθένα του σκέλος αγκαλιάζει κι από ʼνα κόρφο βαθύ κι έτσι καταντάει σαν είδος τρίγωνο, ως σαράντα πέντε μίλια η μια του πλευρά, ως είκοσι πέντε η άλλη. Από το βορινό της κύρτωμα περνάει ένα ραχοκόκαλο βραχουριά, που όσο κατεβαίνει από τις δυο μεριές, ξαπλώνεται και γεμίζει τον τόπο βουνά ως την πλούσια πεδιάδα του κόρφου της Καλλονής. Ο άλλος ο κόρφος, ο πιο νοτιότερος, είναι της Γέρας.
Τα μεγαλύτερα βουνά της διπλής εκείνης σειράς είναι του αψηλού του Μοναστηριού ( Όρδυμνος) στα δυτικά κοντά στο Σίγρι. Ο Κόρακας (Λεπέτυμνος) κατά τα βορινά. Και πάλε στα νότια το βουνό της Αγιάσος (ο Όλυμπος). Ο Κόρακας κι ο Όλυμπος στεφανώνουνται και μʼ εξωκκλήσια του Αϊ-Λια, που ποτέ δεν μπορούνε να λείψουν.
Οι βουνότοποι είναι χέρσοι και άδεντροι σαν τα πιότερα ελληνικά βουνά, αγκαλά {= μολονότι} φαίνουνται δω και κει σημάδια πως καλλιεργούντανε μια φορά, καθώς θα δούμε κατόπι. Οι λακκωματιές ωστόσο σύδεντρες όλες και καρποφόρες. Από τα ξώχωρα της πρωτεύουσας ως τη γειτονιά της Μήθυμνας απλώνεται δάσος από πεύκα (pinus moritima), δίχως όμως κανένα σημάδι πως ήταν άλλοτε καλλιεργημένος αυτός ο τόπος.
Περδίκια και μπεκάτσες άλλο τίποτε στα βουνά. Οι ακρογιαλιές οι πιότερες βραχωμένες κι απόκρημνες, με μόνο δυο λιμένες της ανθρωπιάς, Σίγρι και Μυτιλήνη. Περίφημοι λιμένες θα ήτανε και οι Κόρφοι, μόνο που είναι ρηχοί και ξέρες γεμάτοι. Τα ποτάμια στεγνά το καλοκαίρι, πλημμύρα το χειμώνα. Πηγάδια όμως και βρύσες αμέτρητες.
Γεμάτος ο τόπος χωριά νοικοκυρεμένα κι ευτυχισμένα, από πεντακόσια σπίτια και κάτω. Η πρωτεύουσα η Μυτιλήνη είναι και μεγάλη και πλούσια. Στο λιμένα της όλο μπαινοβγαίνουνε πλοία και βαπόρια με ταξιδιώτες και πραμάτειες.
Οι χωρικοί έχουν ο καθένας τους και δική του γη και δικό του σπίτι· σε μερικά μέρη όμως, μάλιστα κατά τα δυτικά, πολλοί τους πηγαίνουν αντίκρυ στην Ανατολή και δουλεύουν το καλοκαίρι. Τούρκοι στο νησί πολύ λίγοι.
Από τη Μυτιλήνη στην Καλλονή ο δρόμος είναι αμαξιτός, καθώς και από την Καλλονή στο Μόλιβο (Μήθυμνα) και στο Σίγρι. Άλλος δημόσιος δρόμος από τη Μυτιλήνη σε φέρνει στο Μανταμάδο και τρίτος από την Ερεσό στα Τελώνια {= Άντισσα}. Όλʼ οι άλλοι δρόμοι είναι ή μονοπάτια ή τούρκικα «καλτερίμια».
Ο σπουδαιότερος καρπός του νησιού είναι η ελιά. Απέραντα δάση λιόδεντρα, μάλιστα κατά τʼ ανατολικά και τα μεσοχώρια. Μα και σταφύλια και σύκα βγάζει ο τόπος, τα καλύτερα γύρω στους κόρφους. Όσο για βαλανίδια, όπου γυρίσεις να δεις, τα βρίσκεις. Πολλά μέρη μένουνε σκεπασμένα από ρομάνια {= δάση χαμηλής βλάστησης}, τα πιότερα βάτη, και κάποτε τοιχώνουνε τους δρόμους και τα μονοπάτια, καθώς στην Αγγλία. Το μεγάλο το δάσος μεταξύ Γέρας και Καλλονής (το Τσαμλίκι) τʼ ανάφερα παραπάνω. Νομίζω πως ο τόπος εκείνος είναι κατάλληλος για συκιές. Η συκιά θέλει ξερό πετρόχωμα. Στην Παλαιστίνη παρετήρησα περίφημες συκιές απάνω σε πετροβούνια, με δίχως χώμα. Σε πολλές βουνοπλαγιές του νησιού βλέπεις χαραγμένα σημάδια παλιών τοίχων που δίχως άλλο τα είχανε χτισμένα στην αρχαιότητα να κρατούνε τη γη για τʼ αμπέλια τους και τις συκιές των. Αυτό το παρετήρησα προπάντων κοντά στα χωριά Αποθήκι και Παράκοιλα δυτικά της Καλλονής. Μα όπου δεις ερείπια παλιάς πολιτείας, θʼ απαντήσεις και τέτοια απομεινάρια. Κρασί βγάζει ο τόπος καλό, κι άσπρο και μαύρο. Το μαύρο είναι δυνατό και γλυκόπιοτο. Βρίσκεται και ρετσινάτο, μα όχι καλό. Όσο δα για κρασί, η Λέσβος δεν την έχασεν ολότελα την παλιά της φήμη. Λαχανικά βγαίνουνε κάθε είδος. Κι η ψαρική του νησιού παρακάτω δεν πάγει. Σφουγγάρια όμως δεν έχει.
Οι κάτοικοι είναι απλοϊκοί, φιλόξενοι και τίμιοι. Έχουν το είναι τους και καλοζούν οι πιότεροι.
Α ρ χ α ϊ κ ά ε ρ ε ί π ι α. Δεν τʼ απαντάς και πολύ συχνά, πάντα όμως αρκετά να μας δείξουν πως το νησί ήταν κατοικημένο από παμπάλαιους χρόνους. Κυκλωπικά τείχη βρίσκουνται στην Άντισσα, Αρίσβη, Πύρρα, Ξερόκαστρο, Αποθήκι, Παράκοιλα. Στʼ Αποθήκι στέκουνται απάνω σε τεχνητό ύψωμα. Εκεί κοντά, δυτικά κατά τις παραθαλάσσιες βουνοπλαγιές που ακόμα φαίνονται χαραγμένες με «σκάλες», υπάρχει κι απλάδα που δίχως άλλο ήτανε κάστρο, καθισμένη απάνω σε γερό πολύγωνο χοντρότοιχο, ως πενήντα πόδια μάκρος και δώδεκα ύψος. Και της Ερεσός η ακρόπολη περιτριγυρισμένη είναι κατά τα θεμέλιά της με κυκλωπικά τείχη. Μεγάλοι τετράγωνοι βώλοι βρίσκονται όπου κι αν πας. Οι πιο αξιοσημείωτοι είναι στα Μάκαρα απάνω από τʼ Αποθήκι. Της πρωτεύουσας όμως τα τείχη δεν είναι τόσο αρχαία.
Ε ρ ε σ ό. Το σημερινό το χωριό είναι ένα δυο μίλια από τη θάλασσα. Η παλιά η ακρόπολη μένει έρμη και ακατοίκητη. Στέκουνταν απάνω σε μεγάλο βράχο που βλέπει τη θάλασσα. Εύκολα τα διακρίνεις τα θεμέλια των τοίχων, μα και κάτω στην πεδιάδα γεμάτος ο τόπος θρύψαλα παλιάς αρχιτεκτονικής. Βρέθηκαν και μερικά αγάλματα, επιγραφές και τάφοι, μα τίποτε σπουδαίον. Ένʼ ανάγλυφο παριστάνει βουβαλιών κρανία στεφανωμένα. Είναι ρωμαϊκής εποχής αυτό.
Μ ή θ υ μ ν α (Μόλιβος). Στέκεται απάνω σε βουναράκι και στην κορφή του μεσαιωνικό κάστρο. Από το κάστρο αυτό ως τʼ ακρογιάλι ξανοίγεται μεγάλη απλάδα, η τοποθεσία της Μήθυμνας. Χιλιάδες κεραμιδοκόμματα σπαρμένα μέσα στα χωράφια εκείνα. Βρεθήκανε και μερικά αρχιτεκτονικά απομεινάρια, μα όχι μεγάλα πράματα.
Μ υ τ ι λ ή ν η. Η αρχαία η πολιτεία ήτανε χτισμένη απάνω στο λουρί που τώρα στέκεται το γενοβέζικο το κάστρο. Από τα τείχη που ακόμα διακρίνονται κατά τη δυτική την πλευρά, την ανηφορική, ως την άκρη του λουριού εκείνου, η γη χαμηλώνει, χαμηλώνει, ώσπου ισιώνει και ξεχωρίζει το βόρειο λιμένα από το νότιο. Στο βόρειο λιμένα είναι ο παλιός ο μόλος. Ο νότιος είναι ο καθαυτό ο σημερινός λιμένας. Τα πιότερα τα δημόσια χτήρια καθώς κι η αγορά πρέπει να ήταν ανάμεσα στους δυο λιμένες. Όσο για το θέατρο, τα βρίσκουμε τα κατατόπια του κατά τον ανήφορο από το μέρος της στεριάς, μα άλλο από το λάκκωμα του θεάτρου δεν έμεινε. Ένας μονάχα μαρμάρινος θρόνος του σώζεται (τον έχουν τώρα μέσα στη Μητρόπολη), μʼ επιγραφή «Ποταμῶνος τῷ Λεσβιάνακτος Προεδρία». Τʼ ακουμπίσματά του είναι αϊτολιοντάρια, καθώς και τα πόδια του πόδια λιονταριού. Κι από την κάθε πλευρά του τρίποδας στεφανωμένος με φίδι. Ο Ποτάμων αυτός ήτανε ρήτορας και διδάσκαλος του Τιβερίου, πριν να γενεί αυτοκράτορας. Σιμά στο κάστρο πλήθος αρχαιότητες. Τις προάλλες σκάβοντας οι εργάτες να βρούνε πέτρες ανακάλυψαν πάμπολλα σκαλισμένα μαρμαροκόμματα, επιγραφές και τέτοια. Το πιο περιεργότερο ήταν ένα κιονόκρανο με ρυθμό ολότελα ξέχωρο, που μπορούσε να τον πούμε, θαρρώ, «λ έ σ β ι ο»· με δύο «έλικες» πιο μεγαλύτερους από τους ιωνικούς και με ριπιδωτό ξόμπλι στη μέση. Βρίσκεται ταίρι του ζωγραφισμένο στη «Λέσβο» του Koldewey. Εκείνο όμως που βρέθηκε τις προάλλες το ξανάθαψαν οι εργάτες.
Μέσα στη χώρα βράζουν αρχαιότητες. Αν μπορούσε να γίνει σωστή ανασκαφή, δε θα πήγαινε του κάκου. Μεγάλο μέρος της παλιάς πολιτείας είναι σήμερα ή χωράφια ή τούρκικα μνήματα. Ώστε ίσως καμιά μέρα τʼ ανασκάψει πιο φωτισμένη Κυβέρνηση εκείνα τα μέρη. Μέσα στο κάστρο πρέπει να ʼχει πάμπολλες επιγραφές χτισμένες, εξόν όσες φαίνουνται. Αφήνουμε κείνες που μένουνε χωμένες. Όσες όμως διαβάστηκαν ως την ώρα δε φαίνεται να είναι και πολύ παλαιικότερες από την αλεξαντρινή την εποχή και δε μας πολυφωτίζουνε για την παλιά τη γλώσσα του τόπου.
Από τη Μυτιλήνη ξεκινώντας κατά τα βορινά βρίσκεις τάφους σκαλισμένους μέσα σε βράχους. Νεκρόπολη όμως καθαυτό δε βρέθηκε ακόμη. Αγαλματάκια πήλινα ξεχώνουνται φυσικά κάθε λίγο, καθώς και νομίσματα, ψιλοδουλεμένα στολίδια, λυχνάρια και άλλα απομεινάρια της παλιάς ζωής.
Ξ ω κ κ λ ή σ ι α κι Ε κ κ λ η σ ι έ ς. Σπαρμένο το νησί ξωκκλήσια και ρημοκκλήσια· άλλα σε χωράφια, άλλα σʼ ακατοίκητους τόπους. Αυτά έχουνε ή πηγάδι σιμά τους ή δέντρο κουρέλια φορτωμένο ή και τα δυο. Δίχως στέγη τα πιότερα, ένα είδος σαν τα τοιχογυρίσματα που αφιερώναμε του Πάπα στους παλιούς τους καιρούς. Περίεργη θα ήτανε μια στατιστική των Αγίων που προσκυνούνται σʼ αυτά τα ξωκκλήσια. Πρώτη δίχως άλλο έρχεται η Παναγία. Το δέντρο που βαστάει τα κουρέλια είναι στα πιότερα μέρη λυγαριά, που ήταν ιερή και στην αρχαιότητα. Η συνήθεια αυτή, να κρεμνούνε κουρέλια, για να ξεκάμνουν αρρώστιες, υπάρχει, καθώς ξέρουμε, και σʼ άλλα μέρη του κόσμου. Μόνο που εδώ κρεμνούνε κι αλάκερες φορεσιές, μα κι αδράχτια και σκόρδα· γιατί όμως αυτά δεν ξέρω. Μέσα σʼ ένα σοκάκι της Ερεσός παρετήρησα είδος αρμάρι και είχε μέσα εικόνισμα κι ένα κομμάτι πέτρα μαύρη, μακρουλή, γλιστερή, λαδωμένη· μου θύμισε το «βαίτυλο» {= μετεωρόλιθο} που κατάπιε ο Κρόνος αντί το Δία.
Άλλο αξιοσημείωτο προσκυνητάρι υπάρχει στον Κόρφο της Γέρας, όχι μακριά από τα Θέρμα. Ένα λιθάρι κι ένα δέντρο στο δρόμο απάνω ως είκοσι βήματα αποκάτω από το ξωκκλήσι του Αϊ-Θεράπη. Αδύνατο να μη συλλογιστείς εδώ τον Ασκληπιό.
Από τις μεγάλες εκκλησιές η πιο περίεργη είναι στο Μανταμάδο, μεγαλούτσικη και κάμποσο πλούσια πόλη. Λίγο παρέξω βλέπεις μεγάλο τετράγωνο σωρό χτήρια μʼ εκκλησία στη μέση και πύργο σε μια γωνιά. Περνάς από πόρτα καμαρωτή και βλέπεις στον τοίχο θεόρατη εικόνα του Ταξιάρχη με την επιγραφή «Θεοῦ ἀρχάγγελός εἰμι, τοὺς πονηροὺς παιδεύων, τοὺς δʼ ἀγαθοὺς φρουρῶν καὶ συστρατεύων». Τʼ άλλα τα χτήρια ολοτρόγυρα είναι κελιά με δυο πατώματα. Δυο τρεις καλογέροι και καλόγριες παραστέκουνται πάντα και νοιάζουνται τους αρρώστους. Σα γίνεται όμως το μεγάλο πανηγύρι, είναι γεμάτο το μέρος αρρώστους και καλογέρους.
Τʼ ανάγλυφο του Αρχάγγελου μέσα στην εκκλησιά είναι πολύ περίεργο. Μαύρο φοβεροπρόσωπο και δίχως άλλο κάμποσων αιώνων. Λένε πως είναι από γύψο. Είναι το μόνο «άγαλμα» που προσκυνιέται στην Ελληνική την Εκκλησία. Μένει πάντα σκεπασμένο με παραπέτασμα. Το λέγουν ολοσώματο, αν και φαίνεται μονάχα το πρόσωπο. Έχουνε να πουν και πως παλιώνει πολλά ζευγάρια παπούτσια το χρόνο· δηλαδή όσα του προσφέρουν οι αρρώστοι. Έχει και το χάρισμα να χαμογελάει, σα ζυγώνει καλός ο χριστιανός, και πάλε να κατσουφιάζει, όταν κακός άνθρωπος πηγαίνει κοντά του. Αν πρέπει να κρίνω από την όψη του, σαν τον πρωτοείδα, καλή γνώμη δεν είχε για το δικό μου το χαρακτήρα.
Της Αγιάσος η Παναγία είναι ακόμα πιο περιφημότερη. Στέκεται η Αγιάσο απάνω στον Όλυμπο. Αρχαία πολιτεία δεν είναι, ωστόσο είχε κι άλλη παλαιικότερη Αγιάσο λίγο παραπάνω. Τη νέα την Αγιάσο την έχτισαν τότε που η ίδια η εικόνα της Θεοτόκου κατέβηκε προς τα κάτω μονάχη της. Κατά τον ιερέα που ρώτηξα, ονομάστηκε ο τόπος Αγιάσο από τον «Αϊ-Γρηγόρη της Άσσου».
Σαν έρθει η παραμονή του πανηγυριού της Παναγιάς, τρέχουν κοπάδια απʼ όλα τα μέρη του νησιού. Όχι μονάχα κάθε σπίτι γεμίζει, παρά κοιμούνται και στα καφενεία, στους δρόμους, παντού. Άλλοι πάλε ξενυχτερεύουνε στο ξεφάντωμα. Τα μονοπάτια καταντούν αράδες ατέλειωτες πουλητάδες με κάθε είδος φαγώσιμα, σταφύλια, σύκα, κουλούρια, μα και παιγνίδια και στολίδια κι άλλα θυμήματα. Το κρέας το πουλούνε βαρακωμένο {= επιχρυσωμένο} και θέλεις δε θέλεις θυμάσαι τα χρυσωμένα κέρατα των θυμάτων του αρχαίου καιρού. Κι ωστόσο υπάρχει και σήμερʼ αυτό το σύστημα, αν πρέπει να πιστέψω το δάσκαλο της Καλλονής που με βεβαίωσε πως σʼ ένα τους ξωκκλήσι σφάξανε ζώο με τα βαρακωμένα κέρατα, το ʼψησαν και το μοιραστήκανε.
Στα καφενεία μέσα βελόνι να ρίξεις δεν πέφτει χάμω. Κι όσο βραδιάζει, παίρνει δρόμο το γλέντι. Ώσπου τους βλέπεις παρέες παρέες και χορεύουν το συρτό μες στη στράτα, όπου βρούνε· και τα παιχνίδια καπνός.
Στην εκκλησιά πάλε άλλη τελετή. Αποβραδίς ο εσπερινός και γεμάτη η εκκλησιά φαμελιές που ʼρθανε να περάσουν τη νύχτα στο νάρθηκα και στην αυλή του ναού. Κουτσοί, στραβοί, χτικιασμένοι, όλοι εκεί πέρα· παιδιά, γριές, γέροι, λογής όψες με τα στρώματά τους, με τους μπόγους τους, με τα τηγάνια τους, μʼ όλα τους.
Το πρωί λειτουργεί ο δεσπότης. Και καθώς περνούν οι παπάδες με τα μυστήρια και με την ιερή την εικόνα, κάμνουνε μεγάλες μετάνοιες οι παθιασμένοι, άλλοι πάλε κείτουνται χάμου ασάλευτοι και περνώντας αποπάνω τους τους αγγίζει με το πόδι του ο παπάς. Κατόπι βγαίνει έξω η ιερατική συνοδεία και στήνει την εικόνα σε μέρος που ʼρχονται όλοι και την ασπάζουνται. Και σαν απολύσει η λειτουργία, βγαίνει ο κόσμος και τρώει κρέας ύστερʼ από δυο βδομάδες νηστεία.
Γεμάτη η εκκλησιά απομέσα λογής λογής ταξίματα· χέρια, πόδια, παιδάκια, καραβάκια, γαϊδουράκια, όλʼ ασημένια, όλα φερμένα από αρρώστους που γιατρεύτηκαν ή από χωρικούς που βρήκαν τα χαμένα τους ζώα. Και σαν πληθαίνουν τόσο πολύ που δεν χωρούν άλλα, τα ξαναχύνουν καντήλες και μανουάλια. Πολλά απʼ αυτά τα δανείζουνται άλλοι παθιασμένοι, δόντι όποιος έχει δοντόπονο, μάτι όποιος πονούν τα μάτια του κι ύστερα τα γυρίζουνε μαζί μʼ ένα νόμισμα.
Άλλα περίεργα αυτής της εκκλησιάς είναι ένα ιερό άμφιο με εικόνες αγίων κεντημένες απάνω κι ένα βαγγέλιο χειρόγραφο του δεκάτου έκτου περίπου αιώνα.
Λαϊκοί μύθοι, παράδοσες και δεισιδαιμονίες δεν χωρούνε σʼ αυτή τη βιαστική την περιγραφή. Αυτά τα ʼχω ιστορημένα αλλού. Εδώ περιορίστηκα σε μερικά που μου πρωτοχτύπησαν το μάτι. Ένʼ απʼ αυτά είναι και τα σκιαχτροκάλυβα που είδα σε διάφορα μέρη του νησιού, στυλωμένα με ξύλα και σκεπασμένα με χόρτα και με στοιβές, που κάθουνται παιδιά και φυλάγουν τʼ αμπέλια. Σε τέτοιο ένα μέσα δίχως άλλο καθότανε το παιδί που περιγράφει ο Θεόκριτος, όταν του ʼφαγε η αλεπού το φαΐ του.
Τέτοιες σκηνές και τέτοια θεάματα, οι αρρώστοι μέσα στις εκκλησιές, τα προσκυνήματα στα ρημοκκλήσια, ο πιστικός {= μισθωτός βοσκός} στη μάντρα του ή στα καταράχια, που κι ένας Εύμαιος να τον έβλεπε, θα τόνε χαιρετούσε, όλη η βουκολική κι η νοικοκυρεμένη ζωή της νησιώτικης της Ρωμιοσύνης, χύνουνε πιότερο φως στην ελληνική φιλολογία απʼ όλους τους τόμους που διαβάζουμε να τη νιώσουμε. Επειδή, καθώς άλλοτε έτσι και τώρα, η Ελλάδα τους έφαγε τους λύκους που της ριχτήκανε. Μήτε Ρωμαίοι, μήτε Τούρκοι, μήτε Γόθοι, μήτε Σκύθες δεν μπορέσανε να τη θανατώσουνε την αθάνατη αυτή φυλή, που ακόμα θυμούμαστε τη νεκρανάστασή της κι είνʼ εύλογο να της προβλέπουμε κι άλλα μελλούμενα μεγαλεία.
Μεταφραστής: Αργύρης Εφταλιώτης
[Πηγή: περ. «Εθνική Αγωγή» Β΄ 1900, 329. Ανατύπωση: «ΑΙΟΛΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ (δίμηνη επιθεώρηση της λεσβιακής τέχνης)», διευθυντής: Γ. Βαλέτας, τεύχος 20, Μάρτης ‒ Απρίλης 1974, σσ. 137 ‒ 140]