
Οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις μεγάλης κλίμακας στην Λέσβο δημιουργεί ήδη ο τρόπος αντιμετώπισης του αφθώδους πυρετού που επέλεξε η κυβέρνηση, εφαρμόζοντας ουσιαστικά όσα έχουν συμφωνηθεί στην Ε.Ε. για την εκρίζωση των ζωονόσων. Η παραγωγή γάλακτος (το βασικό κτηνοτροφικό προϊόν του νησιού), που αποτελεί την κύρια πηγή εισοδήματος για τους κτηνοτρόφους, καταρρέει. Η πλειοψηφία των 2.600 κτηνοτρόφων του νησιού, μετά από 50 ημέρες αποτυχημένων πολιτικών αντιμετώπισης της νόσου, έχει οδηγηθεί σε μείωση της παραγωγής γάλακτος. Κτηνοτρόφοι που μίλησαν στο «Ν» αναφέρουν πως αρμέγουν μία φορά την ημέρα τα ζώα τους και έχουν μειώσει την χορήγηση ζωοτροφών σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Πολύ λίγοι είναι εκείνοι που συνεχίζουν να αρμέγουν δύο φορές την ημέρα τα κοπάδια τους, ωστόσο κι αυτοί έχουν μειώσει τη χρήση ζωοτροφών. Μικρός αλλά όχι αμελητέος είναι ο αριθμός των κτηνοτρόφων που είναι εντελώς απογοητευμένοι από τις εξελίξεις και έχουν σταματήσει εντελώς το άρμεγμα των κοπαδιών τους. Σε κάθε περίπτωση είναι φανερό πως ήδη ο όγκος παραγωγής έχει μειωθεί δραστικά.
Να σημειωθεί πως το τρίμηνο Μαρτίου – Μαΐου κάθε χρόνο η παραγωγή γάλακτος στο νησί κορυφώνεται και οι κτηνοτρόφοι αρμέγουν δύο φορές την μέρα τα κοπάδια τους. Σε χρονιές με μεγάλη παραγωγή χλόης, όπως η φετινή, η παραγωγή γάλακτος εμφανίζει πολύ μεγάλη αύξηση. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, αναφέρουμε πως τον Μάρτιο του 2025 η παραγωγή πρόβειου γάλακτος και γίδινου στη Λέσβο ήταν 8.172 τόνοι, τον Απρίλιο 8.664 τόνοι, τον Μάιο 8.825 τόνοι και συνολικά 25.121 τόνοι. Δηλαδή το τρίμηνο αυτό παράχθηκε περίπου το 44,5% της συνολικής παραγωγής του 2025.
Ένας από τους λόγους που οδηγούν σε μείωση την παραγωγή γάλακτος στη Λέσβο είναι η αδυναμία πολλών κτηνοτρόφων να αγοράσουν ζωοτροφές, καθώς έχουν μηδενιστεί τα έσοδά τους. Σε κάποιες περιπτώσεις κτηνοτρόφοι οφείλουν μεγάλα ποσά σε εμπόρους ζωοτροφών, οι οποίοι λίγες μέρες μετά την εμφάνιση του πρώτου κρούσματος προχώρησαν σε αναγκαστικά μέτρα είσπραξης των απαιτήσεών τους. Κυρίως σε κατασχέσεις αγροκτημάτων και βοσκοτόπων.
Αρκετοί κτηνοτροφικοί συνεταιρισμοί του νησιού έχουν μεγάλα ανοίγματα προς τυροκομικές επιχειρήσεις, οι οποίες τους είχαν χρηματοδοτήσει το φθινόπωρο για την προμήθεια ζωοτροφών. Πρόκειται για υποχρεώσεις που ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ, τα οποία ήδη βαρύνουν την κατάσταση στην αγορά.
Την ώρα που οι παραγωγοί μηδικής και άλλων ζωοτροφών στην Βόρεια Ελλάδα «κλαίνε με μαύρο δάκρυ», καθώς διαπιστώνουν πως έχουν χάσει μια πολύ σημαντική αγορά για τα προϊόντα τους.
Να σημειωθεί τέλος πως στο νησί επιτρέπεται η διακίνηση ζωοτροφών κατόπιν άδειας από την Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας ακόμη κι αν είναι ιδιοπαραγόμενες.
Την τελευταία εβδομάδα του Απρίλη ιδιοκτήτης μεγάλης τυροκομικής επιχείρησης της χώρας επισκέφθηκε την Λέσβο. Στόχος του, όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές, ήταν να πάρει υπό τον έλεγχό του τυροκομικές επιχειρήσεις του νησιού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε για τις μικρές τυροκομικές επιχειρήσεις, παράλληλα έκανε κρούσεις για την αγορά έτοιμων τυριών προκειμένου να τα διαθέσει μέσα από το δικό του δίκτυο εμπορίας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν πως ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας σύντομα θα ελέγχει την τοπική χονδρική αγορά γάλακτος.
Η προαναφερόμενη κίνηση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το εναρκτήριο λάκτισμα του αδυσώπητου ανταγωνισμού που ξεκινά στο νησί της Λέσβου, πάνω στο έδαφος που δημιουργούν τα κυβερνητικά μέτρα για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού. Σε συνδυασμό με την χωρίς προηγούμενο στήριξη των μεγάλων τυροκομικών επιχειρήσεων σε βάρος των μικρών. Κατά το κυβερνητικό αφήγημα οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι βιώσιμες, ανταγωνιστικές και εκείνες που μπορούν να δραστηριοποιηθούν αποτελεσματικά στις διεθνείς αγορές, ενώ οι μικρές δεν παράγουν πλούτο.
Ήδη ο οδηγός βιοασφάλειας των τυροκομείων που εξέδωσε το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων χαρακτηρίζεται από τις μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου ως αδύνατο να εφαρμοστεί είτε γιατί δεν έχουν τον αναγκαίο μηχανολογικό εξοπλισμό είτε γιατί διαπιστώνουν πως οι κρατικές υπηρεσίες που έχουν αναλάβει την εφαρμογή του κινούνται με πνεύμα αποτροπής των εξαγωγών, στο όνομα του κεντρικού στόχου της κυβέρνησης για τη μη μετάδοση της νόσου στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φαίνεται πως πολλές μικρές τυροκομικές μονάδες του νησιού οδηγούνται σε κλείσιμο, καθώς δηλώνουν ότι αδυνατούν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. Το τελικό αποτέλεσμα της υφιστάμενης κατάστασης θα είναι η δραματικά μεγάλη μείωση της παραγωγής φέτας και των λοιπών τυροκομικών προϊόντων στο νησί κατά την φετινή χρονιά. Η παραγωγή των τυριών θα μειωθεί πολύ περισσότερο από τον δηλωμένο όγκο παραγωγής γάλακτος, καθώς μεγάλη ποσότητα που παραδίδεται στα τυροκομεία δεν μεταποιείται και οδηγείται στην χαβούζα που έχει δημιουργηθεί στο κέντρο του νησιού.
Τα περίπου 700.000 ευρώ αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν στους 21 πρώτους κτηνοτρόφους που έχασαν τα κοπάδια τους επιβεβαιώνουν το ρεπορτάζ του «Ν» για το ύψος των αποζημιώσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα θανατωθέντα ζώα αποζημιώθηκαν με μόλις 150 ευρώ το ένα.
Ως το Σάββατο 2 Μάη που γράφονταν αυτές οι γραμμές, καμία απολύτως ανακοίνωση δεν έχει γίνει από την πλευρά του Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την πληρωμή αποζημιώσεων στους κτηνοτρόφους της Λέσβου για το αυξημένο κόστος ζωοτροφών.
Περιβαλλοντική βόμβα πολύ μεγάλων διαστάσεων για το νησί αποτελούν τα εφαρμοζόμενα μέτρα κατά της νόσου. Σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις, πολλές χιλιάδες ζώα, που είναι πιθανό ήδη να φθάνουν στις 15.000, δεν έχουν θανατωθεί ως σήμερα διότι οι κρατικές υπηρεσίες δεν ξέρουν τι να τα κάνουν. Η λύση της καύσης, που ενεργοποιήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, μπορεί να καλύψει μόνο ένα μέρος των αναγκών. Γι' αυτό – σύμφωνα με κτηνοτροφικούς παράγοντες – σχεδιάζεται η δημιουργία ενός νέου μεγάλου χώρου ταφής μέσα στο Καμένο Δάσος κοντά στην χαβούζα όπου απορρίπτεται το γάλα του νησιού που δεν μεταποιείται. Είναι άξιο απορίας αν θα βρεθεί κρατική υπηρεσία που να εγκρίνει αυτές τις ενέργειες. Σε κάθε περίπτωση οι μέχρι σήμερα ενέργειες για τη διαχείριση των θανατωθέντων ζώων αλλά και του γάλακτος είναι έξω και πέρα από κάθε πλαίσιο νομιμότητας.