
Τον προβληματισμό που προκαλεί η ολοένα αυξανόμενη παρουσία των εφήβων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέδειξε η φιλόλογος Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης και Σύμβουλος Σχολικής Ζωής του 3ου Γυμνασίου Μυτιλήνης, Χριστίνα Σαββίδου, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα έρευνας που πραγματοποιήθηκε από μαθητές και μαθήτριες του σχολείου στο πλαίσιο της «Ακαδημίας Ενδυνάμωσης» του οργανισμού Openous.
Η έρευνα διεξήχθη με τη συμμετοχή 197 μαθητών και μαθητριών από τους συνολικά 210 του σχολείου και επιχείρησε να καταγράψει τον αντίκτυπο των social media στην αυτοπεποίθηση, την αυτοεικόνα και την ψυχική υγεία των εφήβων. Τα αποτελέσματα, όπως ανέφερε η κ. Σαββίδου, προκάλεσαν έντονο προβληματισμό τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους ίδιους τους μαθητές που ανέλαβαν τη διεξαγωγή της έρευνας.
Ένας στους δύο περνά πάνω από τρεις ώρες καθημερινά στα κοινωνικά δίκτυα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, σχεδόν ένας στους δύο εφήβους αφιερώνει περισσότερες από τρεις ώρες ημερησίως στα social media, ενώ περίπου ένας στους πέντε ξεπερνά τις πέντε ώρες καθημερινής χρήσης. Οι αριθμοί αυτοί, σύμφωνα με τους εκπαιδευτικούς, δείχνουν ότι δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένες περιπτώσεις υπερβολικής χρήσης, αλλά για ένα ευρύ κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζει τη ζωή των νέων σε καθημερινή βάση.
Η πίεση για την εμφάνιση
Παρότι σχεδόν οκτώ στους δέκα μαθητές δήλωσαν αρχικά ότι η αυτοπεποίθησή τους δεν επηρεάζεται από τη χρήση των κοινωνικών δικτύων, οι πιο εξειδικευμένες ερωτήσεις αποκάλυψαν μια διαφορετική πραγματικότητα.
Περίπου ένας στους τέσσερις εφήβους παραδέχθηκε ότι τα social media επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπει το σώμα του, ενώ τρεις στους τέσσερις δήλωσαν ότι αισθάνονται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, πίεση να αλλάξουν την εμφάνισή τους εξαιτίας των προτύπων που προβάλλονται στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Όπως σημείωσε η κ. Σαββίδου, οι συνεχείς συγκρίσεις με πρότυπα ομορφιάς και επιτυχίας που κυριαρχούν στο διαδίκτυο λειτουργούν συχνά υποσυνείδητα, διαμορφώνοντας αρνητικές αντιλήψεις για τον εαυτό και την προσωπική εικόνα των εφήβων.
Η ζωή των influencers φαίνεται πιο «αληθινή» απ’ όσο είναι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα ότι περίπου τρεις στους τέσσερις μαθητές θεωρούν πως η εικόνα που παρουσιάζουν οι influencers είναι, σε κάποιο βαθμό, ρεαλιστική. Παράλληλα, πολλοί αισθάνονται ότι η δική τους ζωή υστερεί σε σύγκριση με αυτή που παρακολουθούν καθημερινά στις οθόνες τους.
Η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει, σύμφωνα με τους συντάκτες της έρευνας, τον τρόπο με τον οποίο τα κοινωνικά δίκτυα καλλιεργούν προσδοκίες και συγκρίσεις που δύσκολα μπορούν να ανταποκριθούν στην πραγματική ζωή.
Οι ίδιοι οι έφηβοι αναγνωρίζουν το πρόβλημα
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι ίδιοι οι έφηβοι φαίνεται να αναγνωρίζουν τους κινδύνους που συνδέονται με την υπερβολική χρήση των κοινωνικών δικτύων.
Περισσότεροι από ένας στους πέντε μαθητές δήλωσαν ότι αισθάνονται αρνητικά συναισθήματα ύστερα από πολλές ώρες περιήγησης σε πλατφόρμες όπως το TikTok και το Instagram. Παράλληλα, ζητούν περισσότερη ενημέρωση από το σχολείο και την οικογένεια για ζητήματα όπως η παραπληροφόρηση, η διαδικτυακή παραπλάνηση, ο εθισμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι συνέπειες του ψηφιακού αποτυπώματος.
Ενδεικτικό είναι επίσης ότι το 40,6% των μαθητών θεωρεί αναγκαία την ύπαρξη ορίου ηλικίας για τη χρήση των social media, ενώ το 36,5% τάσσεται υπέρ περιορισμών στις ατελείωτες αλγοριθμικές ροές περιεχομένου (infinite scroll), οι οποίες αποτελούν βασικό μηχανισμό διατήρησης των χρηστών στις πλατφόρμες.
«Όταν υπάρχει επίγνωση, υπάρχει και ελπίδα»
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με την καθοδήγηση των εκπαιδευτικών Χριστίνας Σαββίδου, Λιάνας Κόκκινου και Ειρήνης Κατσούρη και με τη συμμετοχή μαθητριών της Α' και Β' Γυμνασίου. Σύμφωνα με την κ. Σαββίδου, το σημαντικότερο ίσως εύρημα δεν είναι μόνο οι ώρες χρήσης ή η επίδραση στην αυτοεικόνα, αλλά το γεγονός ότι οι ίδιοι οι έφηβοι δείχνουν να αντιλαμβάνονται πως κάτι δεν λειτουργεί σωστά.
Όπως επισημαίνει, η αναγνώριση του προβλήματος αποτελεί το πρώτο βήμα για την αντιμετώπισή του και για την ανάπτυξη παρεμβάσεων που θα βοηθήσουν τους νέους να αξιοποιούν τα ψηφιακά μέσα χωρίς να θυσιάζουν την ψυχική τους ισορροπία και αυτοπεποίθηση.