× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Η νταμπλάς (Ο χαρταετός)

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ

Δημοσίευση 15/3/2021

Η νταμπλάς (Ο χαρταετός)
' χρόνος ανάγνωσης

Μέρες πού ‘ναι τώρα, μού ‘ρθαν στο μυαλό οι… νταμπλάδες.

Απόκριες, Καθαρή Δευτέρα κι εμείς παιδιά στο χωριό, έπρεπε να κάνουμε «τ’ αντέτ».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Και τί ήτανε τούτο, παρ’ εξόν να φτιάξουμε τους δικούς μας χαρταετούς… τ’ς νταμπλάδες δηλαδή;

Εμ έλα ντε! Ξέραμε; Δε ξέραμε! Είχαμε ό,τι χρειαζόταν για να τον φτιάξουμε; Εμ δεν είχαμε!

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Είχαμε όμως εφευρετικότητα… κι ανθρώπους που είχαν τη γνώση γι αυτό το εγχείρημα!

Α! Είχαμε και το ταπητουργείο…

Πού τα θυμήθηκα τώρα όλα τούτα; Ε, να είπαμε… μέρες πού ‘ναι τώρα… πράγματι είναι Καθαρή Δευτέρα. Του σωτηρίου έτους 2021. Με την καραντίνα…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πολλά χρόνια μετά από αυτά που θα πούμε σε λίγο… μισός αιώνας και βάλε.

Μανταμάδος λοιπόν. Το Χωριό μας. Η ευλογία μας…

Άντε λοιπόν να δούμε, πως φτιάχναμε τους χαρταετούς μας τότε…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Πρώτα πρώτα χρειαζόμασταν χαρτί. Χαρτί ότι νάτανε… Επιστρατεύαμε ότι βρίσκαμε… αρκεί να ήταν λίγο μεγάλο για να είναι και ο χαρταετός μας κάποιων σεβαστών διαστάσεων.

Οι μεγάλες χρωματιστές κόλλες, σε μπλέ, κόκκινο, πράσινο χρώμα, μόλις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στα μπακάλικα του χωριού. Αλλά ήθελαν και χρήματα για να τις αγοράσεις.

Αυτές χρησιμοποιούσαμε και λίγο αργότερα του Βαγιού τη μέρα για να στολίσουμε τη βάγια με την οποία γυρίζαμε τις γειτονιές και λέγαμε τα κάλαντα του Λάζαρου…

Σ αυτό το σημείο ήμουν πιο τυχερός απ’ τους υπόλοιπους της γειτονιάς μα και του… αντίπαλου κάτω μαχαλά.

Ο πατέρας μου είχε στο μαγαζί και χρησιμοποιούσε μεγάλες κόλες από ένα ανθεκτικό και μισο - αδιάβροχο χαρτί, λαδόχαρτο το λέγανε, ή λαδόκολλα και μ΄ αυτό τυλίγαμε τα γλυκά και τ΄ άλλα πράγματα. Είχαμε λοιπόν το χαρτί.

Το δεύτερο πράγμα που χρειαζόμασταν ήταν τα ξύλα, που έπρεπε να είναι ανθεκτικά και ίσια. Και λαφριά. Ξύλα δεν υπήρχαν, άρα το πιο εύκολο και προσιτό που ήταν και τσάμπα ήταν τα καλάμια. Καλάμια; Μα ήταν γεμάτος ο ποταμός. Κόβαμε λοιπόν καλάμια και τα σχίζαμε στα τέσσερα για να βγάλουμε ίσια, ίσου μήκους και σταθερά καλάμια για να φτιάξουμε το σκελετό.

Τώρα έπρεπε να δέσουμε τα καλάμια μεταξύ τους για να φτιαχτεί ο σκελετός. Σπάγκος… σπάγκος… α ναι το ταπητουργείο! Τρέχαμε λοιπόν στο ταπητουργείο και μαζεύαμε όλα τα κομμάτια την άσπρη κλωστή, που περίσσευε και την πέταγαν, από αυτήν που χρησιμοποιούσαν οι κοπέλες για το «διάσιμο» του χαλιού πάνω στο οποίο «δένονταν» με περίτεχνους κόμπους τα άλλα νήματα τα χρωματιστά, για να φτιάξουν αυτά τα όμορφα χαλιά, που έκαναν ξακουστό το ταπητουργείο των Αρμένηδων…

Αυτόν τον σπάγκο χρησιμοποιούσαμε για να δέσουμε τα καλάμια, αλλά και να ετοιμάσουμε την «καλούμπα», το σχοινί για να πετάξουμε τον αετό μας.

Μαζεύαμε λοιπόν τα κομματάκια τον άσπρο σπάγκο, τα δέναμε μεταξύ τους και τα τυλίγαμε σ ένα ξύλο για να μπορέσουμε να σηκώσουμε ψηλά τον χαρταετό μας.

Έπρεπε όμως να κολλήσουμε και τις άκρες από το χαρτί για να μπορεί να σταθεί πάνω στο σκελετό. Κόλλες δεν υπήρχαν… Είχαμε όμως… αλεύρι και νερό! Μια αραιή ζύμη και η κόλλα μας έτοιμη…

Έτοιμος ο χαρταετός μας. «Η νταμπλάς»! Ζύγια, ουρά και …φύγαμε!

Α ρε καημένο Λινόχωμα! Τί τράβαγε αυτές τις μέρες!

Τότε ακόμα δεν είχε φτιαχτεί το γήπεδο. Το Λινόχωμα είχε το καλύτερο χώμα για τα ξακουστά μανταμαδιώτικα κουμάρια. Γι αυτό λοιπόν ήταν γεμάτο λακούβες από το χώμα που βγάζανε και την εποχή αυτή, που ήταν στο τέλειωμά του ο χειμώνας, αυτές ήταν γεμάτες νερό.

Παίρναμε λοιπόν τον χαρταετό και την καλούμπα στο χέρι, ανεβαίναμε στο Λινόχωμα, παίρναμε φόρα για να σηκωθεί ο αετός και … μπλούμ! Μέσα στη λακκούβα.

Ξανά μανά, πάλι από την αρχή, μέχρι να πετάξει ο αετός. Κι αφού τα καταφέρναμε και περνούσε η «κάψα» μας, στεγνοί, βρεγμένοι, όπως και να ΄μασταν κατεβαίναμε στα σπίτια μας, τρώγαμε και κανά μπερντάχι και πέφταμε για ύπνο.

Κι αυτό επαναλαμβανόταν κάθε μέρα, εξόν απ’ τις μέρες που έβρεχε, ή τις μέρες που δε φύσαγε καθόλου. Όλες τις μέρες της Αποκριάς και τις μέρες της Σαρακοστής.

Ανέχεια, φτώχεια, εφευρετικότητα, αγάπη. Όλα αυτά, σύνθεταν τη δική μας εποχή. Που όλοι μαζί, με ματωμένα γόνατα τρέχαμε στο Λινόχωμα, στον Πλατύγωνα, σντ’ Μπαμπατσιά, για στα Κατζιλέλια… όπου είχε λίγο μεϊντάνι και να! σηκωνόταν ο χαρταετός. Κι αν κανένα παιδί δεν είχε δικό του αετό, ζητούσε να κρατήσει λίγο την καλούμπα του φίλου του… Έτσι για το καλό!

Καμιά φορά σηκωνόταν τόσο ψηλά που δεν έφτανε ο σπάγκος κι έσπαγε κι ο αετός πέφτοντας, σκάλωνε σε κανένα δέντρο ή τσακιζόταν στο χώμα.

Και τρέχαμε να τον βρούμε και τότε περιποιόμασταν τις… πληγές του με λίγο χαρτί κι αλευρόκολλα. Κι όλα καλά!

Όμορφα χρόνια, ανέμελα, χωρίς μέσα και ευκολίες, αλλά με την έγνοια ο ένας τ αλλουνού, με την αθωότητα στα μάτια!

Και δε μας έλειπε η χαρά, ούτε η ευτυχία!

Άντε καλή Σαρακοστή!!!

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Η ιστορία του Στράτου...

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ
Η ιστορία του Στράτου...
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια

Οι πρώτες μέρες της χούντας στη Μυτιλήνη μέσα από τις αναμνήσεις - Γράφει η ΝΟΡΑ ΡΑΛΛΗ*
Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση

Γράφει η ΘΕΟΦΑΝΙΑ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗ, Κοινωνική Ανθρωπολόγος και Ιστορικός
Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ψωνίζοντας… ό,τι βρω

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΠΟΛΛΑΤΟΥ
Ψωνίζοντας… ό,τι βρω
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν. ΠΑΤΣΗΣ, κάτοικος Δυτικής Λέσβου
Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου

Γράφει ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗΣ, Πρόεδρος της Κοινότητας Άγρας
Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Που το πάνε;

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ
Που το πάνε;
ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΓΡΟΤΕΣ

Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει

Χωρίς επαρκείς κτηνιάτρους, χωρίς ουσιαστική στήριξη, χωρίς καμία σοβαρή πολιτική διαχείρισης των επιπτώσεων από τον αφθώδη πυρετό
Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974

Παρουσίαση : Δημήτρης Πατίλας
Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974