
Ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στον Σίμο Χουτζαίο, τον άνθρωπο που με τον φακό του διέσωσε τη μνήμη μιας ολόκληρης εποχής, παρουσίασε η εφημερίδα «Καθημερινή». Ο σπουδαίος Λέσβιος φωτογράφος δεν κατέγραψε απλώς πρόσωπα, τοπία και ιστορικά γεγονότα. Αποτύπωσε την ίδια την ψυχή του νησιού, σε μια περίοδο μεγάλων κοινωνικών και πολιτικών ανακατατάξεων.
Μια από τις χαρακτηριστικότερες εικόνες του δείχνει έναν μικρό λούστρο να ξεκουράζεται γερμένος πάνω σε έναν τοίχο. Τα μάτια του είναι κλειστά, το πρόσωπό του στραμμένο μακριά από τον ήλιο και τα παιδικά του χέρια σχεδόν σταυρωμένα. Στην καρτ ποστάλ αναγράφεται η φράση «Το κατάστημα είνε κλειστόν». Μια φαινομενικά ασήμαντη στιγμή ανάπαυσης μετατρέπεται, μέσα από τη ματιά του Χουτζαίου, σε διαχρονικό τεκμήριο για την παιδική εργασία, τον μόχθο και την καθημερινότητα των ανθρώπων εκείνης της περιόδου.
Από την Αγιάσο στην Αλεξάνδρεια
Ο Σίμος Χουτζαίος γεννήθηκε στην Αγιάσο το 1873. Ο πατέρας του, με καταγωγή από τη Σπάρτη, είχε εγκατασταθεί στη Μυτιλήνη περίπου το 1870. Σε νεαρή ηλικία ο Σίμος βρέθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου μαθήτευσε κοντά στον θείο του, Καλπαξίδη, ο οποίος ήταν ζωγράφος.
Στο πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Αλεξάνδρειας απέκτησε τις πρώτες γνώσεις του στη ζωγραφική και τη φωτογραφία. Οι εμπειρίες αυτές διαμόρφωσαν το βλέμμα και την αισθητική του, δίνοντάς του τα εφόδια για να ακολουθήσει μια πορεία που έμελλε να συνδεθεί άρρηκτα με την ιστορία της Λέσβου.
Το 1899, σε ηλικία 26 ετών, επέστρεψε στη Μυτιλήνη και άνοιξε το δικό του φωτογραφείο. Αργότερα αυτό έλαβε την ονομασία «Σαπφώ». Για ένα διάστημα συνεργάστηκε με τον αδελφό του Ευστράτιο, ωστόσο σύντομα η ιδιαίτερη φωτογραφική του ματιά τον έκανε να ξεχωρίσει.
Ο «εθνικός φωτογράφος» της Μυτιλήνης
Ο ιστορικός της ελληνικής φωτογραφίας Άλκης Ξανθάκης χαρακτήρισε τον Σίμο Χουτζαίο «εθνικό φωτογράφο» της Μυτιλήνης. Ο χαρακτηρισμός αποδίδει το εύρος και τη σημασία του έργου του, καθώς οι φωτογραφίες του ξεπερνούν τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας και αποκτούν ιστορική και κοινωνική αξία.
Επί περισσότερα από πενήντα χρόνια ο Χουτζαίος φωτογράφιζε την καθημερινότητα των κατοίκων, τις εργασίες των γυναικών, τους ψαράδες, τους τεχνίτες και τους αγρότες, αλλά και τα πανηγύρια, τους χορούς, τα έθιμα και τις κοινωνικές εκδηλώσεις του νησιού.
Ένας Αγιασώτης που παίζει ζουρνά, ένας χορός στην αυλή του σχολείου της Αγιάσου, το γεφυράκι του Τσίγκου, υφάντρες την ώρα της δουλειάς και γυναίκες που διακοσμούν αρχαιοπρεπείς αμφορείς αποτελούν κομμάτια ενός μεγάλου φωτογραφικού ψηφιδωτού. Μέσα από αυτά τα στιγμιότυπα αποκαλύπτεται η πολιτιστική ταυτότητα της Λέσβου, αλλά και η σκληρή καθημερινότητα των ανθρώπων της.
Οι μεγάλες στιγμές της Ιστορίας
Ο φακός του Σίμου Χουτζαίου ήταν παρών και στις καθοριστικές ιστορικές στιγμές που σημάδεψαν το νησί. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, σύμφωνα με όσα έχουν καταγραφεί, ο ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τού ανέθεσε να φωτογραφίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Λέσβο.
Οι εικόνες εκείνης της περιόδου κυκλοφόρησαν σε φωτογραφικές καρτ ποστάλ και αποτέλεσαν την αρχή μιας ιδιαίτερα σημαντικής εκδοτικής δραστηριότητας. Ανάμεσα στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγεται το λεύκωμα «Η Κατοχή Μυτιλήνης υπό του Ελληνικού Στρατού», στο οποίο καταγράφονται η απελευθέρωση της Λέσβου και όσα ακολούθησαν.
Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησε για περίπου πέντε χρόνια και διατήρησε φωτογραφείο στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Την ίδια περίοδο, το φωτογραφείο της Μυτιλήνης συνέχισαν να λειτουργούν η σύζυγος και ο αδελφός του.
Η επιστροφή στη Μυτιλήνη
Το 1921 επέστρεψε στη Λέσβο και συνέχισε να εργάζεται μαζί με τον αδελφό του υπό την επωνυμία «Αδελφοί Χουτζαίοι». Στη συνέχεια η επιχείρηση μετονομάστηκε σε «Φώτο-Μετροπόλ» και αργότερα σε «Photo-Electric», στο πλαίσιο συνεργασίας με τον Παναγιώτη Κεμερλή.
Μέσα από το αρχείο του μπορεί κανείς να δει την προκυμαία της Μυτιλήνης το 1926, με το Κουμερκάκι να λειτουργεί ως σταθμός διαβατηρίων και το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία» να ξεχωρίζει με τις κεραίες του. Μπορεί ακόμη να συναντήσει εικόνες προσφυγόπουλων, πιθανότατα στο Κάστρο της Μυτιλήνης, που μεταφέρουν τη σκληρή πραγματικότητα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς.
Ο Χουτζαίος κατέγραψε και την απελευθέρωση του νησιού από τη γερμανική κατοχή, τον Οκτώβριο του 1944. Φωτογράφισε τους αντάρτες του ΕΛΑΣ, τις απόπειρες απόβασης βρετανικών στρατευμάτων και τα γεγονότα που ακολούθησαν, προσφέροντας μια μοναδική οπτική μαρτυρία για μία από τις πιο ταραγμένες περιόδους της νεότερης ιστορίας.
Μια παρακαταθήκη ανεκτίμητης αξίας
Ο Σίμος Χουτζαίος παρέμεινε ενεργός φωτογράφος μέχρι περίπου το 1950. Πέθανε στη Μυτιλήνη το 1967, σε ηλικία 94 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα αρχείο που αποτελεί ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά για τη Λέσβο και συνολικά για την ελληνική φωτογραφία.
Οι εικόνες του δεν είναι απλώς παλιές φωτογραφίες. Είναι παράθυρα σε έναν κόσμο που χάθηκε, αλλά εξακολουθεί να ζει μέσα στα πρόσωπα, στους δρόμους, στα επαγγέλματα και στα έθιμα που αποτύπωσε. Χάρη στη διορατικότητα και την ευαισθησία του, η Λέσβος του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα συνεχίζει να έχει πρόσωπο, φωνή και μνήμη.
Το αφιέρωμα της «Καθημερινής» είχε δημοσιευθεί αρχικά στο όγδοο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας – Λέσβος», τον Ιούλιο του 2024, αναδεικνύοντας τη ζωή και το έργο ενός ανθρώπου που δικαίως έχει μείνει στην ιστορία ως ο φωτογράφος της ψυχής της Λέσβου.