
Τους δύο τελευταίους αιώνες η εικόνα της ανατολικής Λέσβου είναι συνυφασμένη με την ελαιοκαλλιέργεια. Από τους κάμπους έως τις βουνοκορφές συναντά κανείς ελαιώνες, πεζούλες (αναβαθμίδες) και πατουμένες (πετρόχτιστους αγροτικούς δρόμους). Ωστόσο, η εικόνα αυτή αλλάζει με πολύ γρήγορο και δραματικό τρόπο.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, που φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η ιστοσελίδα stonisi.gr, καταγράφουν αυτό που βλέπουν καθημερινά όσοι ζουν στο νησί. Ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους αμπελώνες της Λέσβου.
Ωστόσο, αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη είναι οι επιχειρηματικές προσπάθειες κάθετης ανάπτυξης τόσο στην ελαιοκομία όσο και στην αμπελουργία, οι οποίες διερευνούν έναν νέο δρόμο που, σε αρκετές περιπτώσεις, αποδεικνύεται προσοδοφόρος.
Ίσως να φαίνεται παράξενο, όμως δεν είναι. Η τάση της συρρίκνωσης των παραδοσιακών εκμεταλλεύσεων ελαιώνων και αμπελώνων της Λέσβου αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εποχής. Ταυτόχρονα, όμως, νέες επιχειρηματικές προσπάθειες που επιτυγχάνουν οικονομίες κλίμακας, με επενδύσεις προσαρμοσμένες στους σχεδιασμούς της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) και με προοπτικές δημιουργίας μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, καταφέρνουν να υπερνικούν τη γενική τάση. Μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις, οι δυναμικές εκμεταλλεύσεις αξιοποιούν την υποχώρηση των πιο αδύναμων για να μεγαλώσουν και να αναπτυχθούν, εντάσσοντας στο δυναμικό τους νέες εκτάσεις.
Ειδικότερα, οι συνεχείς κανονικοί ελαιώνες στη Λέσβο μειώθηκαν από 418.380 στρέμματα το 2014 σε 367.297 στρέμματα το 2024, παρουσιάζοντας απώλεια 51.083 στρεμμάτων μέσα σε μία δεκαετία. Αντίστοιχα, το σύνολο των δενδρωδών καλλιεργειών στο νησί περιορίστηκε από 431.186 στρέμματα το 2014 στα 367.297 στρέμματα το 2024, γεγονός που καταδεικνύει τη συνολική υποχώρηση της δενδροκαλλιέργειας.
Όπως συμβαίνει σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, έτσι και στη Λέσβο οι παραδοσιακοί ελαιώνες αργοπεθαίνουν. Μέχρι σήμερα διατηρούνται σε σχετικά καλή καλλιεργητική κατάσταση χάρη στους ετεροεπαγγελματίες ελαιοπαραγωγούς, αλλά και σε έναν μεγάλο αριθμό κτηνοτρόφων που παράλληλα δραστηριοποιούνται και στην ελαιοκομία.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στον αμπελουργικό τομέα. Οι εκτάσεις με οινάμπελα και επιτραπέζια σταφύλια μειώθηκαν από 3.133 στρέμματα το 2014 σε μόλις 2.011 στρέμματα το 2024, καταγράφοντας απώλεια 1.122 στρεμμάτων, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο της συνολικής καλλιεργούμενης έκτασης.
Ο αμπελοοινικός τομέας της Λέσβου τις προηγούμενες δεκαετίες παρουσίασε ορισμένες αξιόλογες προσπάθειες ανάπτυξης. Ωστόσο, και αυτός αντιμετωπίζει τα γνωστά προβλήματα του υψηλού κόστους παραγωγής και των γενικότερων τάσεων συρρίκνωσης της αμπελοκαλλιέργειας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Και οι δύο κλάδοι, παρά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που έχουν μεταξύ τους, έχουν ανάγκη από μια νέα στρατηγική που θα αξιοποιεί τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, ώστε να διασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα για τον παραγωγό. Παράλληλα, απαιτούνται σοβαρές επενδύσεις στην εκπαίδευση των ελαιοπαραγωγών και των αμπελουργών, στη δημιουργία εγγειοβελτιωτικών έργων, στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, καθώς και στην ανάπτυξη ισχυρών συνεργατικών σχημάτων που θα μπορούν να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα και το εισόδημα των μικρών παραγωγών.