× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Η Θαράπ’ς

Γράφει ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ

Από το NEWSROOM Δημοσίευση 3/5/2019

Η Θαράπ’ς
' χρόνος ανάγνωσης

Δε ξέρω ακριβώς το γιατί, αλλά όλο και πιο συχνά το μυαλό μου με ταξιδεύει πίσω.

Ίσως γιατί το «μπροστά» όλο και λιγοστεύει, όλο γίνεται και πιο άσχημο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ότι και να είναι, εμένα μ’ αρέσουν τούτα «ταξίδια».

Μ’ αρέσουν αφάνταστα…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Όχι για την αναπόληση, αλλά γιατί τώρα νοιώθω καλύτερα την ομορφιά που είχαν.

 Ένας μικρός κόσμος ήταν η γειτονιά μου.

Ο κόσμος μου!

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ένας όμορφος κόσμος που μου λείπει και κάνει πιο άσχημο το σημερινό.

Πολλά μου λείπουν από τη γειτονιά μου.

Οι άνθρωποι, οι μυρωδιές των φαγητών και των λουλουδιών, τα κουσκούσια στις αυλές, ο παπλωματάς, ο παγοπώλης, ο απλωμένος τραχανάς, η τρούμπα που ψχούρτζι το δρόμο, οι κοπελούδες με τις μπλε ποδιές, τα επιτάφια..

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κι’ αυτά τα γλυκά «συναπαντήματα» στον Άγιο-Ευδόκιμο, τα πεταχτά φιλήματα!

Τι να πρωτοθυμηθώ…

Όμως για κάποιο παράξενο λόγο, μου λείπουν πολύ… «οι παλαβοί» της γειτονιάς.

Ήταν κάτι μοναχικοί, περιθωριακοί, αλαφροΐσκιωτοι, κάτι άνθρωποι λες απ’ αλλού, από έναν άλλο κόσμο.

Οι σαλεμένοι!!

Δεν ήταν τόσο το ντύσιμο και η μοναχικότητα τους που τους έκανε να ξεχωρίζουν από μας, ούτε η φτώχεια τους.

Ήταν τα κουσούρια τους.

Καθένας είχε και το δικό του.

Είχαμε πολλούς «παλαβούς» στη Μυτιλήνη.

Δε ξέρω αν έφταιγε το νερό της πόλης, η το ρακί όπως μου έλεγαν κάτι μπαρμπάδες της Κουμιδιάς, ή η αλμύρα της θάλασσας που μου εξηγούσε η γιαγιά Δαμασκηνή, όμως κάτι πρέπει να ήταν.

Εγώ νομίζω πως ήταν οι άνθρωποι της πόλης που ήταν «ανοιχτοί στο ξένο και στο αλλιώτικο», που άφηναν χώρο στην «παλαβάδα» τους.

«Ξένοι» και αλλιώτικοι κι’ αυτοί και μ’ ένα έμφυτο, όμορφο, διάχυτο χιούμορ, συχνά καυστικό, μα πάντα εύστοχο και ανθρωπένιο.

Όπως κι’ αν είναι ο λόγος, «οι παλαβοί», ήταν παρόντες στην καθημερινή ζωή της πόλης.

Συχνά, όταν δεν τους βλέπαμε στα γνωστά τους στέκια, τα γιατάκια τους,  τους αναζητούσαμε:

-Ρε συ, που είναι ο… δυο μέρες έχει να φανεί. Λες να έπαθε τίποτα;

Τους νοιαζόμασταν!

Τους χρειαζόμασταν, φαίνεται.

Για κάποιο λόγο, με τους περισσότερους είχα πιάσει φιλίες.

Ίσως γιατί ζήλευα «το ταξίδι» τους.

Από τους πιο αγαπημένους μου, ήταν η Θαράπ’ς.

Ήταν φτωχοντυμένος, κουρέλια δηλαδή τα ρούχα, άπλυτος όπως ήταν όλοι τους και πάντα πεινασμένος΄ παρ’ όλο που τις είχε τις οκάδες του.

Κάποιος μου είπε πως το όνομα του ήταν Θεράποντας, όπως του Άγιου Θεράποντα και τότε πολύ μικρός, για μια στιγμή μου πέρασε απ’ το μυαλό:

-Λες να… Μπα… Χωρίς άμφια;

Και ησύχασα.

Η Θαράπ’ς, είχε πάντα στα χέρια του ένα «τηλέφωνο» από σπιρτόκουτα. Ξέρετε, δυο σπιρτόκουτα ενωμένα μ’ ένα σπάγκο, αυτό που είχαμε και παίζαμε παιδιά.

Έβαζε το ένα κουτί στο αυτί του, σήκωνε το άλλο ψηλά σα να ήθελε να βρει σήμα , τέντωνε το σπάγκο και φώναζε.

- Εδώ Θαραπ΄ς. Εκεί Θεός; Μ’ ακούς;

Έλεγε κάτι «ναι…ναι..», κούναγε το κεφάλι πάνω-κάτω και εδώ, τελείωνε η συνομιλία του με τον Θεό.

Και πήγαινε παρακάτω για νέα κλήση.

Όλη μέρα, κάθε μέρα, αυτή η δουλειά.

Όταν η παλιοπαρέα τον πετυχαίναμε πάνω στο κουβεντολόι του, άρχιζαν οι παραγγελιές:

-Θαράπ’ ρώτα θα μας βάλ’ διαγώνισμα η Μυλωνάς;

-Για ρώτα να σε πει του Προ-πο..

Αγρίευε και η απάντηση ήταν κοφτή:

-Δε μι λέγ’ τέτοια.

Το τι του έλεγε, ποτέ κανείς μας δεν έμαθε.

Όταν διάβασα κάπου πως ο Αμβρόσιος, ο Δεσπότης του «φτύστε τους», ρώτησε την Παναγία αν πρέπει να παραιτηθεί κι Εκείνη του είπε «όχι», αμέσως το μυαλό μου πήγε στον Θαράπ’

-Λες κι’ αυτός στ’ αλήθεια να Του μίλαγε;

Αναρωτιέμαι, αν σήμερα είχαμε το Θαράπ’, τι άραγε θα του λέγαμε να ρωτήσει το Θεό;

Νομίζω πως μια καλή ερώτηση θα ήταν:

-Πότε θα γίνει ανθρώπινος τούτος ο κόσμος, Θεέ μου;

Και ξέρω την απάντηση του:

- Δε μι λέγ’ τέτοια.

Εδώ που τα λέμε, θα είχε δίκιο.

Την απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση, χρόνια τώρα, την δίνουν οι άνθρωποι.

Είναι δική τους υπόθεση.

Μετά από χρόνια που ξανάρθα στο νησί, ρώτησα για το Θαράπ’ και κανείς δεν ήξερε τι απόγινε.

Αυτοί οι σαλεμένοι, όπως έρχονται από το πουθενά, έτσι στο πουθενά χάνονται…

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Η ιστορία του Στράτου...

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ
Η ιστορία του Στράτου...
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια

Οι πρώτες μέρες της χούντας στη Μυτιλήνη μέσα από τις αναμνήσεις - Γράφει η ΝΟΡΑ ΡΑΛΛΗ*
Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση

Γράφει η ΘΕΟΦΑΝΙΑ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗ, Κοινωνική Ανθρωπολόγος και Ιστορικός
Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ψωνίζοντας… ό,τι βρω

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΠΟΛΛΑΤΟΥ
Ψωνίζοντας… ό,τι βρω
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν. ΠΑΤΣΗΣ, κάτοικος Δυτικής Λέσβου
Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου

Γράφει ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗΣ, Πρόεδρος της Κοινότητας Άγρας
Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Που το πάνε;

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ
Που το πάνε;
ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΓΡΟΤΕΣ

Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει

Χωρίς επαρκείς κτηνιάτρους, χωρίς ουσιαστική στήριξη, χωρίς καμία σοβαρή πολιτική διαχείρισης των επιπτώσεων από τον αφθώδη πυρετό
Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974

Παρουσίαση : Δημήτρης Πατίλας
Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974