
Την επαναφορά του ποσοστού εξαγοράς πλασματικών χρόνων στο 6,67% για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, ανεξάρτητα από το πότε υπέβαλαν αίτηση, ζητούν εργαζόμενοι του δημόσιου τομέα, καταγγέλλοντας ότι το ισχύον καθεστώς έχει οδηγήσει σε υπερβολικές οικονομικές επιβαρύνσεις για όσους επιδιώκουν να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, της ΕΛΜΕ Λήμνου, με τον νόμο 4387/2016 άλλαξαν από την 1η Ιανουαρίου 2017 τα ποσοστά εξαγοράς πλασματικών χρόνων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Ενώ μέχρι το 2016 το ποσοστό ήταν 6,67% επί του μισθού για κάθε έτος αναγνώρισης, από το 2017 έως το 2020 αυξανόταν σταδιακά κατά 3,33% κάθε χρόνο, φτάνοντας τελικά στο 20%.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όπως τονίζεται, όσοι υπέβαλαν αίτηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 να πληρώνουν σημαντικά χαμηλότερα ποσά σε σχέση με όσους κατέθεσαν αίτηση από το 2020 και μετά, οι οποίοι επιβαρύνονται πλέον με εισφορά 20% για κάθε μήνα εξαγοράς.
Στην ανακοίνωση υπογραμμίζεται επίσης ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι που συνταξιοδοτούνται με δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις δεν έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν για θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος τον χρόνο επιδοτούμενης ανεργίας που είχαν πριν τον διορισμό τους στο Δημόσιο, σε αντίθεση με όσους συνταξιοδοτούνται με τις λεγόμενες κοινές διατάξεις.
Παράλληλα τίθεται και το ζήτημα της στρατιωτικής θητείας, με αίτημα να αναγνωρίζεται αυτόματα ως συντάξιμος χρόνος για όλους τους ασφαλισμένους, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Όπως αναφέρεται, η ανάγκη αλλαγών γίνεται ακόμη πιο πιεστική καθώς για πλήρη σύνταξη απαιτούνται πλέον 40 χρόνια ασφάλισης και ηλικία 62 ετών, γεγονός που καθιστά την εξαγορά πλασματικών χρόνων σχεδόν απαραίτητη για πολλούς εργαζόμενους.
Με βάση τα παραπάνω ζητείται η μείωση του ποσοστού εξαγοράς, η αυτόματη αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας και η δυνατότητα αξιοποίησης του χρόνου επιδοτούμενης ανεργίας και για όσους αποχωρούν με δημοσιοϋπαλληλικές διατάξεις.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον πλασματικό χρόνο τέκνων, με τους συντάκτες της ανακοίνωσης να σημειώνουν ότι σε μια περίοδο έντονης υπογεννητικότητας το κράτος θα έπρεπε να ενισχύει τις οικογένειες και όχι να επιβάλλει πρόσθετα οικονομικά βάρη στους εργαζόμενους.