× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

Σώζοντας μια αλκυόνη…

Εκεί στη Συκαμνιά από την Παναγιά στα ράχτα ως την Κάγια όπου βασιλεύει η αγάπη που μπορεί να ανασταίνει.

Γράφει ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ Δημοσίευση 31/7/2019

Σώζοντας μια αλκυόνη…
' χρόνος ανάγνωσης

Ο δυνατός ήχος σαν μια πέτρα να έπεσε στο παραθύρι, εκεί στην τελευταία ταβέρνα στην Κάγια της Συκαμνιάς έκανε χτες τους θαμώνες να στρέψουν το βλέμμα τους.

Ένα περίεργο πουλί, χρωματιστό με μεγάλο ράμφος είχε πέσει στο τζάμι… Δεν ανάσαινε η μικρή καρδούλα του δε χτυπούσε. Το χέρι του Θάνου που απλώθηκε για να το σηκώσει έδειχνε πως το μικρό όμορφο πουλάκι, η αλκυόνη της σημερινής μας ιστορίας ήταν νεκρό. Κι όμως…. Εκεί στην ακτή της Συκαμνιάς η αγάπη έδειξε πως μπορεί να ανασταίνει. 

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εκεί στην ακτή της Συκαμνιάς, από τη μια άκρια, την Παναγιά στα ράχτα, την Παναγιά τη γοργόνα, ως την Κάγια κι ακόμα παραπέρα, ένα κοντά αιώνα τώρα, κανείς δεν έμαθε πως και γιατί βασιλεύει ένα πρωτόγνωσρο αίσθημα αγάπης. Το νιώθεις σαν μπροστά σου κατηφορίζοντας στη θάλασσα, προβαίνει ο οικισμός κι η στεριανή δαντέλα από τη μια άκρια ως την άλλη…

«Η ομορφιά που ’χει από φυσικό του ο τόπος εδώ γύρω είναι να τη βλέπεις και να σαστίζεις με την πλούσια καρδιά του Θεού. Τούτη η αιολική ακρογιαλιά δεν λέει να χάσει τη χαρά και τη χάρη της. Γιατί οι γραμμές απ’ τα βουνά κατεβαίνουν χορευτικά ως το γιαλό, η στεριά κυματίζεται σερπετή σαν το πέλαγο κι από παντού κατηφορίζουν τα δέντρα, οι πολύχρωμοι βράχοι, και τα νερά φουρφουρίζουνε βιαστικά ως τ’ ακρογιάλι». Έτσι λέει το παιδί αυτής της γης, ο Στρατής Μυριβήλης.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Κάπως έτσι και με την «Παναγιά τη γοργόνα» στο σακίδιο γνώρισες ετούτη τη γη από τα χρόνια ακόμα που η άσφαλτος τέλειωνε στο Μανταμάδο. Και το Ζούνταπ του δίλου σου του Παναγιώτη δικάβαλο αγκομαχούσε στο χωματόδρομο ως κάτω τη Σκάλα. Να τα πεις με το Σταμάτη, να απαγκιάσεις στις κουβέντες με την Αφροδίτη.

Εκεί γνώρισες ντόπιους και πρόσφυγες…. Και στη σκιά του πλάτανου μια μέρα κατάλαβες καλά γιατί βασιλεύει εδώ στη Συκαμνιά μια πρωτόγονη και πρωτόγνωρη δύναμη αγάπης…

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ίσα με το μεγάλο χαλασμό της Ανατολής, ο μπάρμπα Λιας, ήταν ο μόνος ξενοτοπίτης ανάμεσα στους λίγους Σκαλιώτες. Τούτοι που γιομίζουν σήμερα το γιαλό με τις φαμίλιες τους και με τις βάρκες τους κι ανέστησαν ολάκερο χωριό με σημαντικό ψυχομέτρι, τη Σκάλα της Μουριάς, ήρθαν όλοι τους απ’ αντίκρυ σαν έγινε το μεγάλο κακό… Από εκεί απ’ αντίκρυ ξεκίνησαν κι ήρθαν όλοι τούτοι οι ψαράδες κι οι ναυτικοί, μια φαρμακωμένη μέρα. Φουκαράδες και ανεμμαλιάρηδες ήρθαν, με την ψυχή στο στόμα, ξυπόλυτοι κι αγριεμένοι. Μέσα στα τρομαγμένα μάτια τους κρατούσαν την κόκκινη αντιλαμπή από μια πλατιά πυρκαγιά. Ήταν ένα συννεφιασμένο απόγεμα και τα κύματα φούσκωναν μολυβιά δίχως να σπάνουν, όταν φάνηκαν οι βάρκες τους να’ ρχονται…».

Ετούτοι οι άνθρωποι σπείρανε την αγάπη καταπώς σπείρανε το σπόρο για να ‘χουν να φάνε…. Ένας σπόρος που ρίζωσε και γιγάντωσε. Κι έμεινε εκεί φάρος σαν το γκρεμίδι πέρα στον Κόρακα. Στα δύσκολα να αναπολάτε της Συκαμνιά και τους ανθρώπους της….

«Πεθαμένη θα ‘ναι» είπαν σαν πιάσαν την αναίσθητη αλκυόνη. Δε μπορεί όμως να πεθάνει, δε πεθαίνει έτσι έυκολα, δε πεθαίνει ετούτο το χρωματιστό πουλί που η απλοί άνθρωποι της παρέας ο Κώστας ο ταβερνιάρης, η Ελένη, ο Θάνος δεν ξέραν ούτε πως το λένε…. «Τα πλέλια να σώσουμε, τα πλέλια….» σαν ακούστηκε Καταπώς «να σώσουμε τα μουρέλια» έπρεπε για τους ίδιους ανθρώπους πριν λίγα χρόνια.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Νερό μπόλικο και χάδια κι αγάπη περισσή

Άνοιξε τα μάτια της η αλκυόνη, στα αναμετάξυ μάθαν πως ήταν αλκυόνη ετούτο το χρωματιστό «πλέλ’». Ήταν κι ο ήχος του ρεμπέτικου, κι η μυρωδιά του γλυκάνισου, κι η ανθρωπιά των ανθρώπων. Γιατί έχει κι ανθρώπους χωρίς ανθρωπιά ξέρετε! Κι άρχισε να κουνά τα φτερά της, Λίγους πόντους στην αρχή, κι ύστερα πιο πολύ, κι ύστερα τα χέρια την πέταξαν ψηλά κι η αλκυόνη πέταξε, πέταξε μακριά λεύτερη… Ζωντανή!

Κι η μέρα μέρωσε… Εκεί στη Συκαμνιά, Από την Παναγιά στα ράχτα με την ουρά του ψαριού, τους πρόσφυγες, τους ανθρώπους. Ως την Κάγια κι ακόμα παραπέρα.

Σε ευχαριστούμε Ελένη για την αφορμή της ιστορίας και τις εικόνες.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Η ιστορία του Στράτου...

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΠΙΩΤΑΣ
Η ιστορία του Στράτου...
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια

Οι πρώτες μέρες της χούντας στη Μυτιλήνη μέσα από τις αναμνήσεις - Γράφει η ΝΟΡΑ ΡΑΛΛΗ*
Κορίτσι έξι χρόνων μόνο χωρίς γονείς, έξω από την Ασφάλεια
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση

Γράφει η ΘΕΟΦΑΝΙΑ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗ, Κοινωνική Ανθρωπολόγος και Ιστορικός
Το εμπορικό πλεόνασμα πάνω από την κοινωνική επιβίωση
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Ψωνίζοντας… ό,τι βρω

Γράφει η ΜΑΡΙΝΑ ΠΟΛΛΑΤΟΥ
Ψωνίζοντας… ό,τι βρω
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ν. ΠΑΤΣΗΣ, κάτοικος Δυτικής Λέσβου
Να πληρώσουν τη ζημιά που προξένησαν στο νησί
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου

Γράφει ο ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΙΝΤΖΙΡΤΖΗΣ, Πρόεδρος της Κοινότητας Άγρας
Κραυγή απόγνωσης από Αγρα Λέσβου
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Που το πάνε;

Γράφει ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΑΔΙΤΗΣ
Που το πάνε;
ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ

Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS

Γράφει ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
Κρίση στην κτηνοτροφία στη Λέσβο… SOS
ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΑΓΡΟΤΕΣ

Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει

Χωρίς επαρκείς κτηνιάτρους, χωρίς ουσιαστική στήριξη, χωρίς καμία σοβαρή πολιτική διαχείρισης των επιπτώσεων από τον αφθώδη πυρετό
Όταν το Υπουργείο «κοιμάται» και η Λέσβος καταρρέει
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974

Παρουσίαση : Δημήτρης Πατίλας
Μήτσου Ν. Τσιάμη, Δοξαστικά στον Αργύρη Εφταλιώτη, Αθήνα 1974
ΜΕ ΥΠΟΓΡΑΦΗ

Χρονογραφικό Πάσχα 101 ετών

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ, συγγραφέας, Δρ. Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
Χρονογραφικό Πάσχα 101 ετών