
Για να μετατραπεί το όραμα - γιατί το δικαίωμα παραμονής στον τόπο είναι όραμα- σε εφαρμόσιμη πολιτική, είναι αναγκαίο ένα στρατηγικό πλαίσιο. Προτείνεται, μια τριπλή προσέγγιση, με επίκεντρο την ανάπτυξη νησιών Ποιοτικών, Πράσινων και Ίσων Ευκαιριών:
Ποιοτικά νησιά. Οι νησιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να παραμείνουν ανταγωνιστικές στις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες αγορές, αξιοποιώντας το τοπικό φυσικό, πολιτιστικό και παραγωγικό κεφάλαιο. Προϊόντα και υπηρεσίες που βασίζονται στην τοπική τεχνογνωσία έχουν αποδειχθεί επιτυχημένα. Ωστόσο, η καινοτομία, η νέα γνώση και οι εξειδικευμένοι ανθρώπινοι πόροι είναι κρίσιμοι για τη διατήρηση αυτής της ανταγωνιστικότητας.
Πράσινα νησιά. Τα νησιά πρέπει να υιοθετήσουν στρατηγικές που μειώνουν την κατανάλωση βασικών πόρων -νερού, γης και ενέργειας- και προωθούν την ανακύκλωση αποβλήτων. Παρότι το «πρασίνισμα» της οικονομίας αποτελεί μέρος της ατζέντας ποιότητας, η σημασία της για τα νησιά δικαιολογεί ξεχωριστή έμφαση, λόγω του μικρού μεγέθους τους και του κινδύνου υπέρβασης της φέρουσας ικανότητάς τους. Η επίτευξη υπεύθυνης παραγωγής και κατανάλωσης, ιδίως από μικρές επιχειρήσεις και κοινότητες, απαιτεί στοχευμένη καινοτομία και γνώση.
Νησιά ίσων ευκαιριών. Η διασφάλιση ίσης πρόσβασης στις Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος (ΥΓΟΣ/SGΕI) για όλους τους Ευρωπαίους πολίτες είναι ζωτικής σημασίας, τόσο για την ποιότητα ζωής όσο και για την ανταγωνιστική επιχειρηματικότητα. Όπως υπογραμμίζεται στην Ευρωπαϊκή Προοπτική Χωρικής Ανάπτυξης (1999) και ενισχύεται από τη Συνθήκη της Λισαβόνας (Άρθρο 14 και Πρωτόκολλο 26), οι ΥΓΟΣ είναι θεμελιώδεις για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή.
Σε ό,τι αφορά την οικονομία και τις θέσεις εργασίας, που εξακολουθεί να είναι το κεντρικό διακύβευμα. με τους υποστηρικτές του σημερινού μοντέλου να μην θέλουν να αγγίξουν τη τουριστική επέκταση μέσω ενός επιθετικού real estate που αλλάζει τη μορφή των νησιών μετατρέποντάς τα σε απέραντα «κοιμητήρια», όπως τα προάστια των μεγαλουπόλεων χωρίς κοινωνική και πολιτιστική ζωή, και με όλα αρνητικά στοιχεία των κέντρων των πόλεων με συνωστισμό, θόρυβο, χωρίς δημόσιους χώρους και πράσινο, αφού η επέκταση τους γίνεται χωρίς σχέδιο. Η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής για τους κατοίκους και ικανοποίησης για τους επισκέπτες (υπερτουρισμός) καθώς και η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας των προορισμών καταγράφεται όλο και συχνότερα ως συνέπεια της συνεχιζόμενης τουριστικής μεγέθυνσης, μαζί με θέματα κοινωνικής συνοχής.
Η επιβολή περιοριστικών μέτρων μέσω μιας αυστηρής χωροταξικής πολιτικής, που δεν θα επιτρέπει την ανάπτυξη φαινομένων υπερτουρισμού, με την υπερβολική πίεση στους μονίμους κατοίκους και υπέρβαση της φέρουσας ικανότητάς τους, οφείλει να συνδυαστεί με αλλαγή του προϊόντος που να δίνει, δώδεκα μήνες το χρόνο, έμφαση μέσα από μια διαμονή μεγαλύτερης διάρκειας στη γνωριμία με τον τόπο, τη φύση του, τον πολιτισμό του, τις διατροφικές του συνήθειες και παραγωγές, ώστε να υπάρξει μετατόπιση από έναν τουρισμό ξεκούρασης και ευχαρίστησης σε έναν ειδικό τουρισμό ευεξίας, συνδυασμένο με τη φυσική ζωή, αξιοποιώντας ταυτόχρονα τα διδάγματα του Ιπποκράτη και του Ασκληπιού με τα ιαματικά νερά που υπάρχουν σε πολλά νησιά αλλά και τη θάλασσα (θαλασσοθεραπεία). Ο «γρήγορος τουρισμός» με πολλά ταξίδια-αστραπή που βασίζονται στη λογική «ήμουν και εγώ εκεί» και αποτυπώνονται σε selfies και φευγαλέες επιφανειακές εντυπώσεις, δεν είναι πλέον βιώσιμος, αφού πέρα από την υψηλή ενεργειακή κατανάλωση, καταναλώνει και τους τόπους. Είναι, λοιπόν, αναγκαία η αλλαγή του καταναλωτικού προτύπου από τον γρήγορο στον αργό και «λιτό» τουρισμό.
Η μετάβαση του τουριστικού προϊόντος στο «τουρισμό ευεξίας» θα πρέπει να συμπληρώνεται και από ειδικά τουριστικά προϊόντα, για εκείνους που έχουν ειδικά ενδιαφέροντα στη φύση (με το σημαντικό αριθμό μοναδικών ειδών χλωρίδας, πανίδας και γεωλογικών σχηματισμών), στον ιδιαίτερο υλικό και άυλο πολιτισμό, που είναι παγκόσμια αναγνωρίσιμος, στις υπαίθριες δραστηριότητες με έμφαση στα θαλάσσια αθλήματα κλπ, που απαιτούν ειδικές υποδομές και εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, που θα μπορεί να αναπτύξει τις αντίστοιχες δραστηριότητες αξιοποιώντας και δημόσιες υποδομές που παραμένουν ανενεργές μέσα από συνεταιριστικά οικονομικά σχήματα (πχ. ΚΟΙΝΣΕΠ).
Παράλληλα, τα νησιά οφείλουν να «ξανα-ανακαλύψουν» τη θάλασσα και τις δυνατότητες που τους δίνει μέσω των δραστηριοτήτων της «γαλάζιας οικονομίας», με προσαρμογή της παραδοσιακής παράκτιας αλιείας στις νέες συνθήκες (βλ. Αμοργόραμα) και με την ανάπτυξη νέων, όπως η ανάδειξη της θαλάσσιας βιοποικιλότητας όχι μόνο για προσέλκυση τουριστών.
Η ανάγκη για ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, στοχευμένο στη βελτίωση της ελκυστικότητας
Η αλλαγή πορείας των νησιών προς ένα πιο βιώσιμο μέλλον δεν μπορεί να γίνει χωρίς ένα ευρύτερο εθνικό και ευρωπαϊκό σχέδιο, που να στοχεύει στη βελτίωση της ελκυστικότητας των νησιών, ως τόπων κατοικίας και επαγγελματικής δραστηριοποίησης για 365 μέρες τον χρόνο. Μέχρι σήμερα, οι πολιτικές που εφαρμόζονται είναι οριζόντιες με μονοδιάστατη οικονομική στόχευση, χωρίς εξειδικεύσεις που να λαμβάνουν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιμέρους περιοχών (πχ. δεν υπάρχει αγροτική πολιτική για ορεινές και νησιωτικές περιοχές), χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι μιλάμε για τόπους και ανθρώπους, με άμεση συνέπεια την αναποτελεσματικότητα τους.
Η παροχή υπηρεσιών δημοσίου συμφέροντος εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εμπόδιο για την ποιότητα ζωής και την οικονομική βιωσιμότητα, ιδίως στα μικρότερα και πιο απομακρυσμένα νησιά. Η υγεία, η εκπαίδευση, οι μεταφορές και η ψηφιακή συνδεσιμότητα εμφανίζουν σημαντικές ανισότητες, οι οποίες μειώνουν την ελκυστικότητα των νησιών για κατοίκους, επενδυτές και δυνητικούς νέους εγκατεστημένους. Παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος, μέσω της τηλεϊατρικής και του αποκεντρωμένου σχεδιασμού υποδομών, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόσβαση σε αυτές τις βασικές υπηρεσίες πρέπει να αποτελέσει ακόμη υψηλότερη προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε περιοχές χαμηλής πυκνότητας. Οι πολιτικές παρεμβάσεις θα πρέπει να συνεχίσουν να στηρίζουν στοχευμένες επενδύσεις σε e-health, e-learning και αξιόπιστα δίκτυα μεταφορών, συμπληρωμένες από διοικητική απλοποίηση και καλύτερο συντονισμό μεταξύ των επιπέδων διακυβέρνησης.
Η περιβαλλοντική βιωσιμότητα δεν είναι απλώς προτεραιότητα πολιτικής, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των νησιών. Η εντατική χρήση πόρων, που επιτείνεται από τον τουρισμό αιχμής, ασκεί πίεση στα συστήματα ύδατος, αποβλήτων και γης. Απαιτείται επειγόντως μια στροφή προς πρακτικές κυκλικής οικονομίας, υπεύθυνο χωρικό σχεδιασμό και αποτελεσματική διαχείριση προστατευόμενων περιοχών. Η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, λύσεων βιώσιμης κινητικότητας και άλλων βασισμένων στη φύση, απαιτεί επίσης στρατηγικές επενδύσεις. Η κλιματική ανθεκτικότητα πρέπει να ενσωματωθεί οριζόντια σε όλους τους τομείς, με αξιολογήσεις ευαλωτότητας και προσαρμοστικό σχεδιασμό, προσαρμοσμένα στους κινδύνους κάθε νησιού, από τη διάβρωση ακτών έως τις πυρκαγιές, αλλά και τους περισσότερους καύσωνες.
Τέλος, η διοικητική ικανότητα και η θεσμική ευθυγράμμιση αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την επιτυχή νησιωτική ανάπτυξη. Η έκθεση αναδεικνύει τη σημασία της επικουρικότητας και του συμμετοχικού σχεδιασμού, που στηρίζονται σε υψηλής ποιότητας δεδομένα και ουσιαστική τοπική εμπλοκή. Οι ολοκληρωμένες στρατηγικές πρέπει να συνδιαμορφώνονται με τις κοινότητες, ισορροπώντας τα συμφέροντα κατοίκων, επισκεπτών και επιχειρήσεων. Η ταξινόμηση των νησιών με βάση την τουριστική πίεση και την ελκυστικότητα (χαμηλή, μέτρια, υψηλή και πολύ υψηλή) προσφέρει ένα χρήσιμο πρίσμα για διαφοροποιημένο σχεδιασμό πολιτικής. Από τη διαχείριση του υπερτουρισμού στη Μύκονο και σε άλλα νησιά, έως την αναζωογόνηση περιθωριοποιημένων νησιών, όπως τα Ψαρά, θα είναι απαραίτητα προσαρμοσμένα εργαλεία διακυβέρνησης, όπως χάρτες/συμφωνίες βιώσιμου τουρισμού, φορείς διαχείρισης προορισμού και μηχανισμοί πολυεπίπεδου συντονισμού, ώστε τα ελληνικά νησιά να εξελιχθούν σε ανθεκτικές, συμπεριληπτικές και ευημερούσες περιοχές.
*Ο Γιάννης Σπιλάνης είναι καθηγητής Τμήματος Περιβάλλοντος Πανεπιστημίου Αιγαίου, Διευθυντής Εργαστηρίου Τοπικής και Νησιωτικής Ανάπτυξης και Επιστημονικός Υπεύθυνος της Πρωτοβουλίας «ΦΩΝΕΣ για το ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ»