
Τούτο το καλοκαίρι, δεν κατάφερα λόγω υποχρεώσεων να αποδράσω σε αρκετές απ’ τις πάμπολλες πραγματικά πολιτιστικές εκδηλώσεις που οι δυο δήμοι του νησιού μας, απλόχερα προσφέρουν σε ντόπιους κι επισκέπτες. Ευτυχώς όμως, και το’ χα προβλέψει από καιρό πως έτσι πρέπει να γίνει, κατάφερα να πεταχτώ μέχρι το Πολύκεντρο του Μανταμάδου. Και να βιώσω αντάμα με πολύ κόσμο, νέους, μεσήλικες, μα και μεγαλύτερους την αξέχαστη εμπειρία, που δίχως φειδώ μάς χάρισαν η Ρίτα Αντωνοπούλου και ο Νεοκλής Νεοφυτίδης, πριν μερικές μέρες.

Λίγες φορές έχουμε τη δυνατότητα, την ευκαιρία θα έλεγα καλύτερα, να ζήσουμε ανάλογες δημιουργικές στιγμές, όπως αυτές που επιμελήθηκαν κι έδωσαν στο κοινό η γνωστή κι αγαπημένη τραγουδίστρια, μαζί με τον συνθέτη κι ενορχηστρωτή που τη συνόδευε στα πλήκτρα. Μάλιστα όπως ανακοίνωσαν, η παράσταση έκανε πανελλαδικά πρεμιέρα στο Πολιτιστικό Πανόραμα του Δήμου Δυτικής Λέσβου, αφού θα παρουσιαστεί στη συνέχεια, καθηλώνοντας σίγουρα το κοινό, και σε πολλές ακόμη περιοχές της χώρας.
Η σύλληψή της εκπληκτική, αφού με βάση τη σύμπτωση (είναι να αναρωτιέσαι για τέτοιες συμπτώσεις), των αρχικών ονομάτων δύο τεράστιων μουσικών της χώρας μας, αυτών που με δυο τρεις ακόμη δημιουργούς καθόρισαν κι εξέλιξαν όχι μονάχα τα ακούσματά μας, αλλά και τη σύγχρονη ελληνική υπόσταση, κι όχι μόνο πολιτιστικά, συνέδεσαν τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Θάνο Μικρούτσικο.
Μ.Θ.Μ. δηλαδή σε μια άρρηκτη κι αρμονική συνύπαρξη, που ξεσήκωσε, συγκίνησε, πόνεσε, ψυχαγώγησε, παρέσυρε σε μνήμες και γλυκές θύμησες, ξύπνησε συναισθήματα και κρυμμένα βαθιά από καιρό επαναστατικά ψήγματα. Κι έκανε και πολλά ακόμη, αφού το πλέξιμο στίχων και μουσικών, από γνωστά ή και λιγότερο γνώριμα τραγούδια και μουσικές, και των δύο συνθετών, μάς ανέβασε ψηλότερα. Πολύ ψηλότερα.
Και μείναμε εκεί στα καθίσματα και στις πέτρινες κερκίδες, ή και πιο πάνω, πολύ πιο πάνω σε κάποια αριστουργήματα, να αιωρούμαστε, τραγουδώντας δυνατά, με απρόσμενο κι ασύλληπτο πάθος, λόγια και στίχους, χαραγμένους πιότερο στην καρδιά και λιγότερο στ’ αυλάκια του μυαλού μας.
Προσωπικά θυμήθηκα τραγούδια που είχα να ακούσω δεκαετίες, θαρρώ απ’ τα φοιτητικά χρόνια, που όλο περιέργως δεν είχα ξεχάσει καθόλου. Και δίπλα μου, και πιο πίσω, και παραπέρα, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο, ζούσαν τις στιγμές, ό,τι το καλύτερο είχαν και μάς δώρισαν οι δύο καλλιτέχνες με τις άψογες εκτελέσεις τους. Παραφωνία, κάποια παιδάκια –τι να κάνουν κι αυτά, έπρεπε να παίξουν στην ανοιχτωσιά της πλατείας- που λίγο πιο κει έτρεχαν, συχνά τσιρίζοντας, λες και θέλανε με τον τρόπο τους να μάς συγκρατήσουν στη γη, να προσγειώσουν τις ψυχούλες μας στο σήμερα, απ’ το χθες που είχαν ταξιδέψει.
Δεν μεταφέρονται εύκολα όσα νιώθει κανείς, όταν τέτοιες μουσικές, με τη φωνή μάλιστα της κ. Ρίτας Αντωνοπούλου, πλημμυρίζουν το είναι σου, προκαλώντας κόμπο στο λαιμό, πνίξιμο ή και αυθόρμητα δάκρυα. Ή μήπως μπορεί κανείς, πέστε μου ειλικρινά, να αντισταθεί και να μην κλάψει έως και γοερά, όταν στο Άσμα Ασμάτων απ’ την Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, του Μίκη Θεοδωράκη, ακούς μια υπέροχη ερμηνεία με τέτοια μοναδική απόδοση, να φωνάζει πεισματικά ρωτώντας τις κοπέλες του Άουσβιτς, του Νταχάου τις κοπέλες: «Μην είδατε την αγάπη μου;».
Κι ήταν πολλές οι στιγμές εκείνο το βράδυ που βουρκώσαμε, πεταχτήκαμε στο Σταυρό του Νότου του Θάνου Μικρούτσικου, βουλιάξαμε στα άδυτα ανομολόγητων ερώτων, λειτουργήσαμε συνειρμικά, χαθήκαμε ο καθένας στον κόσμο του, κι όλοι μαζί στο σύμπαν των ήχων και των στίχων, όπου στο τέλος λατρέψαμε ξανά και ξανά, τους δύο δημιουργούς συνθέτες, που μας έχουν προσφέρει τέτοιο έργο, όπως και τους δύο καλλιτέχνες, οι οποίοι απ’ το Μανταμάδο μάς έδωσαν ένα ΜάΘηΜα ζωής, μέσω της μουσικής.
Πραγματικά θα μείνει αξέχαστη αυτή η συγκλονιστική βραδυά, όπως και η φωνή της φίλης Μαρίας που με ένταση και πειστικό τρόπο σε κάθε τέλος τραγουδιού, έδινε δυνατά κι απλόχερα τα εύσημα: «Μπράβο, μπράβο, είστε καταπληκτικοί».